Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

το πείραμα του αναπτήρα

του Αλέξανδρου Κάππα


Κοιμήθηκα μ’ έναν αναπτήρα στο χέρι για να διαπιστώσω αν θα βάλω φωτιά στον εαυτό μου.

Ήμουν αμήχανος στην αρχή και στριφογυρνούσα στο κρεβάτι παίζοντας νευρικά με τον αναπτήρα,
αλλά λίγο αργότερα, ίσως τα χαράματα, το μαξιλάρι καψαλίστηκε στην άκρη,
οι φλόγες άρχισαν ν’ απλώνονται στο ύφασμα, στα μαλλιά, στο μήκος του προσώπου,
κι είδα τότε με τεντωμένα μάτια αλλά χωρίς τρόμο
μια οριζόντια λωρίδα να προβάλει ζωντανές εικόνες στην οροφή,
μέσα στην κυκλική λίμνη που είχε σχηματιστεί κι επέπλεε χωρίς να κυλά σταγόνα.

Ακολουθώντας την κάθοδο της φωτιάς πάνω στο πρόσωπό μου, οι εικόνες μετατοπίζονταν στα νερά της λίμνης κι έφτιαχναν μια ιλιγγιώδη παρέλαση άγνωστων προσώπων τα οποία διέφεραν στον τύπο, στο χρώμα, στην υφή του δέρματος: δέρματα που ανήκαν σε ξένα όντα, πρόσχαρα, μυστηριώδη, αποκρουστικά: μια ακαριαία εναλλαγή από δέρματα κιτρινωπά, ζαρωμένα, άρρωστα δέρματα σταφιδιασμένης γριάς ή κατάδικου που μαστιγώθηκε,
αλλά και δέρματα νεογέννητου μωρού, βελούδινα σαν το απαλό κουκούλι στα κεφάλια των πουλιών,
καθώς,
μέσα απ’ το αργοσάλεμα της λίμνης,
μπορούσα ακόμα να δω το θολό καθρέφτισμα του σώματός μου και τη λωρίδα να μετακινείται σταθερά προς τα κάτω,
όλο πιο κάτω –την έβλεπα ν’ αφήνει πίσω το πιγούνι, να διαπερνά το λαιμό, να φτάνει στο διάφραγμα–,
καθώς,
οι μεταμορφώσεις του δέρματος εξακολουθούσαν με την ίδια φρενήρη ροή και την ίδια ασύλληπτη ποικιλία.

Τότε έφτασε στο ύψος της καρδιάς μου.

Κι ήταν η πρώτη φορά που κατάφερε να με τρομάξει:
εκεί, ανάμεσα στις άλλες μεταμορφώσεις, στις κόκκινες αιματώδεις καρδιές, στις μαύρες τσουρουφλισμένες καρδιές, στις καρδιές που στραφτάλιζαν μες απ’ τις διάφανες μεμβράνες τους, εμφανίστηκε ένα κενό: μια καμπύλη από τέλειο τίποτα.

Η εικόνα επαναλήφθηκε όταν η λωρίδα έφτασε στα γεννητικά όργανα – αλλά ήμουν τώρα προετοιμασμένος για εκείνο που μπορεί να αντίκριζα και ίσως κατά βάθος να θεωρούσα το κενό των γεννητικών οργάνων λιγότερο σημαντικό σε σχέση με το αέρινο μάτι στη θέση της καρδιάς.

Μόλις η λωρίδα έφτασε στα δάχτυλα των ποδιών, ολοκληρώνοντας την κάθοδό της, η λίμνη της οροφής μαζεύτηκε προς τα μέσα κι αμέσως τεντώθηκε μπροστά – σαν τα νερά να έγιναν ένα μπουμπούκι που μαράζωσε για να ξαναγεννηθεί μέσα σε μια βίαιη ανθοφορία. Αυτά τα υδάτινα χείλη σούφρωσαν μπροστά για να φιλήσουν τον αέρα, κι άρχισαν τότε να εκτοξεύουν μικρές χρυσαφένιες νιφάδες: έβγαιναν κατά κύματα, πολλαπλασιάζονταν, λαμπύριζαν: ένας πίδακας χρυσόσκονης, μια χούφτα πυγολαμπίδες, που πλημμύρισαν απ’ άκρη σ’ άκρη το δωμάτιο, στριφογυρνώντας στον αέρα και κατεβαίνοντας όλες μαζί, σαν μια ανοιχτή παλάμη, στο ύψος του στέρνου μου – εκεί χαθήκαν,
αφήνοντας πίσω το σκοτάδι μιας παγωμένης επιφάνειας.

Είδα τότε την καθαρή αντανάκλασή μου· ένα σώμα γυμνό, εξωτερικά υγιές, αλώβητο από τη φωτιά· φαντάστηκα ότι κάθε φορά που η λωρίδα μετατοπιζόταν, το δέρμα μου επανερχόταν, εντελώς επουλωμένο, στην αρχική του κατάσταση· σκέφτηκα πως η λωρίδα της φωτιάς δεν επιχείρησε ποτέ να με βλάψει, και το μόνο που ήθελε ήταν να μιλήσει μέσα απ’ τις μεταμορφώσεις της· κατάλαβα πως η εικόνα που αντίκριζα όλη αυτή την ώρα δεν ήταν μια επιφάνεια ανάποδης λίμνης αλλά πως εγώ βρισκόμουν μέσα στη λίμνη, το δωμάτιο ήταν μέσα στη λίμνη, και το κρεβάτι μου είχε κατακαθίσει στον πάτο της· ένιωσα πως ούτε η έκταση αυτού του χώρου ούτε το υλικό απ’ το οποίο ήταν φτιαγμένα τα πράγματα μπορούσαν να είναι βέβαια, αφού όλα σ’ εκείνο το δωμάτιο ακουμπούσαν τις αισθήσεις μου κι όλα πήγαζαν απ’ το ανοιχτό στόμιο της πλάνης.

Άρχισα να περπατώ, με κινήσεις βαριές, πάνω στη σκουρόχρωμη λάσπη. Όμως την κούραση αυτή δεν την προκαλούσε το ίδιο το νερό – ήταν ο δισταγμός μου να πιστέψω σε όσα συνέβαιναν από την αρχή.

Κι αμέσως μόλις έκανα εκείνη τη σκέψη, κάτι τρομερό,
κάτι αναπόφευκτο άρχισε να πλησιάζει·
μια αίσθηση ψυχρή
σαν αιώρηση σε παγωμένο αέρα·
ένας καθρέφτης
που είχε εμφανιστεί στο κέντρο του δωματίου,
στερεωμένος πάνω στη λάσπη.

Προχώρησα μέσα στον ελαφρύ κυματισμό,
τον πλησίασα
κι είδα εκεί αυτό το παγωμένο που είχε πια φτάσει:

δεν ήταν το είδωλό μου·
ήταν το δικό σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου