Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Μπλούζ

του Καρόλου του μαύρου Σκώληκα


Η νύχτα άρχισε και έπεφτε, μαζί της το κρύο. Ένας ποδηλάτης πέρα στο βάθος πήγε πέρασε, φόραγε ´να μπουφάν κόκκινο . Λίγοι πεζοί. Η σκουπιδιάρα λίγο πιο πέρα δούλευε Μια παρέα σχεδόν Ινδιάνων κοντοσταμάτησε μπρός μου στη φωνή μιας γριάς μάλλον πόρνης. Έκανα πως δέν έβλεπα. - Καλέ αγόρια κάνα τσιγάρο στην φτωχιά, είπε μεθυσμένη η παραπαίουσα . Και ένας, σα τσαλαπετεινός κουρεμένος τη μισαγγάλιασε, της έδωσε να τσιγάρο στο χέρι, ένα στο αυτί για μετά και την άναψε. Κείνη ρουφήχτηκε και άφησε στα μούτρα του τα χνώτα της να πέσουν. Καπνίλα κι αλκοόλ.- Φχαριστώ αγγελέ μου του είπε. - Συ να σε καλά αδελφή αυτος της γνεύτηκε και ´φυγε. Κείνη μετά λίγο σύρθηκε μια απο δώ και μια απο κει, στάθηκε λίγο μπρός σε να τοίχο και κοίταγε. Πήε να καπνίσει μα δε μπόρηγε. Δε μπορούσε να βρει να κεντράρει. Άνοιξε την πόρτα του αμαξού μου και μπήκε . Με κοίταξε και πήγε να πεί, ανταυτού χαμογέλασε, κι έπειτα μιλησε: Ξέρεις τον Κώστα τον Αρμένη; ξεφούσκωσε και ψιθύρισε κάτι ευχές που ούτε καν τις θυμάμαι.
-Όχι απάντησα ξερά.

-Κοίτα! Μέ χει βαρέσει κάτσε θα δείξω. Βύθισε το πιγούνι της πρός το λαιμό και κοίταξε ευθυς προς τα κάτω .Έβγαλε το παντελόνι της, άνοιξε τα πόδια της και με ανοιχτή την παλάμη της έδειξε το δεξί της το μπούτι.- Ορίστε τα βλέπεις; και μου ´δειξε τα χάλια τα μαύρα της.

Μίλα, δε μιλάς; Τι να πεις να μιλήσεις.
Πήγα να πώ μα αντ’αυτού χαμογέλασα , δε μίλησα, και κείνη συνέχισε να ψέλνει και ευχές και κατάρες, μέσα στις νύχτες, μπροστά σε τοίχους , δίπλα σε δρόμους κρύους, κάτω απο κάτι ρολόγια κρεμάμενα, μέσα σε όνειρα, στο πουθενά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου