Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Σε χρόνο μηδέν

της Πανδώρας


Ήταν όταν έσβησαν τα φώτα. Και... δώδεκα, έντεκα, δέκα... τρία, δύο, ένα... μηδέν!
Όταν σβήνουν τα φώτα καμιά φορά ασυναίσθητα κρατάς τα μάτια κλειστά και τότε... όλα μπορούν να συμβούν.  Ειδκά όταν αλλάζει ο χρόνος. Ανάμεσα στο χρόνο που φεύγει μεσολαβεί ένα κενό, μια μικρή ρωγμή όπου ο χρόνος μηδενίζεται.
Κλείνοντας τα μάτια ένιωσα να χάνω την ισορροπία μου, σα να υποχώρησε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. Ασυναίθητα κράτησα και την αναπνοή μου και τότε γλίστρισα κι έπεσα στο τίποτα του χρόνου, στην τρύπα ενός στρογγυλού μηδενός.
Όταν συνήλθα απ’ τη σύντομη κατρακύλα, άνοιξα τα μάτια και και προσπάθησα να διακρίνω στο μισοσκόταδο. Όλα ακίνητα. Θαμπές φιγούρες σα φαντάσματα, οι σκέψεις, οι πράξεις, τα λάθη της χρονιάς που πέρασε, παραμόνευαν στο μουσείο της μνήμης, πριν στοιβαχτούν οριστικά στης λήθης τα υπόγεια.
Εντελώς απρόσμενα και άνευ λόγου μια ευφορία άρχισε να με κατακλύζει. Ένιωθα την ευεξία της απόλυτης παραίτησης. Επιτέλους, ο χρόνος ακίνητος, δίχως να τρέχω να τον προλάβω, δίχως το αγχωτικό του μέτρημα, δίψως να μου προσθέτει καινούργιες ρυτίδες στο σαρωτικό του πέρασμα... εξωτερικές κι εσωτερικές. Μακάρι να κρατήσει αρκετά αυτό, ευχήθηκα βουβά.
«Είναι κανείς εδώ;», ρώτησα την απόλυτη σιωπή.
Κι ηχώ αποκρίθηκε:
«...δω...δω...δω;»
Μα τι να δω τέλος πάντων; Αυτά που ήταν εκεί μέσα τα είχα ήδη δει, μου ήταν τόσο γνώριμα όσο ο καθρέφτης του μπάνιου μου που με κοιτάζει σκληρά κάθε πρωί.
Προχώρησα διστακτικά εξετάζοντας τις ακίνητες μνήμες. Στιγμές ευχάριστες και δυσάρεστες, εμπειρίες αρνητικές και θετικές, πράξεις έξυπνες και παντελώς ανόητες, σκέψεις όμορφες και άσχημες, κινήσεις καλές και κακές, ιδέες χρήσιμες και άχρηστες...
Μούμιες βαλσαμωμένες στις προθήκες του μηδενικού χρόνου, απολογισμός στη χαραμάδα των ετών που αλληλοδιαδέχονται το μέτρημα.
Δεν τα πάω καλά με το μέτρημα, ούτε με τους αριθμούς άλλωστε, γι’ αυτό μ’ αρέσει το μηδέν. Δεν είναι ακριβώς αριθμός, αλλά κι αριθμοί δε στέκονται χωρίς αυτό.
Πάρε για παράδειγμα το 2012. Τι θα ήταν χωρίς το μηδέν; Φτωχότερο κατά χίλια οκτακόσια χρόνια! Δεν είναι και λίγα... Κι ύστερα, μ’ αρέσει γιατί είναι επαγγελματίας αμφισβητίας, φτιαγμένο από «μη» και «δεν». Όχι, όχι «μηδέ εν», όπως ισχυρίζεται η γραμματική, πράγμα που δηλώνει ανυπαρξία, γιατί απλούστατα δεν είναι ανύπαρκτο. Είναι υπαρκτό και παρόν και μάλιστα διαρκώς.
«Που είσαι λοιπόν;» το φώναξα.
Κι η ηχώ επανέλαβε:
«...ον...ον...ον.»
Ήρθε και με βρήκε, στρογγυλό και εύθυμο, αναπηδώντας σα λαστιχένιο μπαλάκι σε παρκέ.
«Τι είσαι επιτέλους, ον ή μη ον;» του έθεσα το βαθυστόχαστο φιλοσοφικό ερώτημα.
«Μήπως και το μη ον, δεν είναι ον;» αποκρίθηκε υπεκφέγοντας, αλλά διατηρώντας ανεπαίσθητα την ίδια φιλοσοφική διάθεση της συμφοράς.
Παρατήρησα το στρογγυλό του σουλούπι μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Από πότε η άρνηση είναι θέση;»
«Δεν υπάρχει θέση χωρίς άρνηση. Όλα καθορίζονται απ’ το αντίθετό τους. Η ύπαρξη δεν έχει νόημα χωρίς την ανυπαρξία».
«Και τώρα που βρίσκομαι στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία;»
«Μη μου πεις ότι δεν ξέρεις! Κάπου ανάμεσα, στο μεταίχμιο. Όπως ανάμεσα στους θετικόυς και τους αρνητικούς αριθμούς στέκω εγώ».
«Το σίγουρο είναι ότι βρίσκομαι σε μια άλλη διάσταση», συμπέρανα σκεφτική. «Σε ποια όμως;»
«Δεν είναι προφανές; Στη δική σου βέβαια». Και μετά σα να το σκέφτηκε λίγο συμπλήρωσε:
«Όπως πάντα, δε νομίζεις;»
Το τελευταίο μου ακούστηκε κάπως σα να ‘λεγε:
«Στην κοσμάρα σου... όπως πάντα», αλλά προτίμησα να το αφήσω ασχολίαστο.
Στο κάτω κάτω η «κοσμάρα» μου ήταν εκεί, τουλάχιστον της χρονιάς που πέρασε, ίσως και των περασμένων χρόνων, αν είχα το κουράγιο να προχωρήσω παραμέσα.
Οι ακινητοποιηνένες αναμνήσεις στοίχειωναν το μηδέν του χωροχρόνου και μ’ εμπόδιζαν να προχωρήσω. Πλησίασα αποφασιστικά. Όσο καλά και να τις γνώριζα, αλλιώς φάνταζαν εκεί μέσα. Μπορούσα να τις ψηλαφίσω, να τις περιεργαστώ και να τις επανεξετάσω με την ησυχία μου. Πρόσεξα ότι η θερμοκρασία άλλαζε κατά περίσταση. Εκείνες που περιείχαν αγάπη μ’ έκαναν να νιώθω ζεστασιά, ρίγη κι ανατριχίλες όσες ήταν στηριγμένες σε οργή και μίσος.
«Σε τι χρησιμεύει αυτό λοιπόν, αν δεν μπορώ ν’ αλλάξω τίποτα; « ρώτησα το μηδέν που με συντρόφευε.
«Μη δοκιμάζεις ν’ αλλάζεις αυτό που έγινε. Προσπάθησε να κάνεις καλύτερο αυτό που έρχεται».
Κούνησα το κεφάλι απογοητευμένη. Η εμπειρία της ηλικίας μου καθώς και όλου του ανθρώπινου γένους – πολύ μεγαλύτερη από 2012 έτη – μου υπενθύμιζαν σταθερά το αναπόφευκτο του λάθους που επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται.
«Μπορώ τουλάχιστον να παραμείνω έτσι, κρατώντας το χρόνο ακίνητο; Είναι τόσο γαλήνια εδώ μέσα!»
«Δεν μπορείς. Κανείς δε μένει σφηνωμένος αιώνια ανάμεσα σε δυο χρονικές στιγμές.  Σε λίγο θα πρέπει να αναδυθείς στην επιφάνεια».
Αμάν αυτές οι αρνήσεις του!
«Όμως η διάρκεια της επίσκεψής μου δε θυμίζει στιγμή. Θα ‘λεγα μάλιστα ότι έχουν περάσει ώρες».
«Μη γελιέσαι, δεν υπάρχει χρόνος. Το μέτρημά του είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Επιστρέφοντας θα βρεθείς εκεί ακριβώς απ’ όπου έφυγες».
Α ναι; Και τότε τι είναι η φθορά του χρόνου, η αρχή και το τέλος, το άπειρο και το μηδέν;» ρώτησα οργισμένη.
Το μηδέν είχε γίνει άφαντο. Αντί γι’ αυτό καταδέχτηκε να μου απαντήσει η ηχώ:
«...εν...εν...εν».
Ταυτόχρονα όρμησε ένας στρόβιλος που παρέσυρε τις παγωμένες μνήμες, τις σάρωσε,τις περιδίνησε με δύναμη και μένα με πέταξε απότομα στην επιφάνεια. Στο πέρασμα του χρόνου.
Άνοιξα τα μάτια την ίδια στιγμή που άναβαν τα φώτα για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο. Ώστε ήταν αλήθεια, όλα έγιναν σε χρόνο μηδέν.
Γύρω μου όλοι χαμογελούσαν και τσούγκριζαν εύθυμα τα ποτήρια. Φιλιά, φωνές και ευχές.
«Καλή χρονιά, ευτυυχισμένος ο καινούργιος Χρόνος!»

                                  Πρωτοχρονιά του 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου