Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Senza fine

έργο της λογοτεχνικής Πιπίτσας

Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι. Είχε περάσει όλα τα κόκκινα φανάρια και είχε σταματήσει σε όλα τα πράσινα. Κόκκινο σημαίνει ξεκίνα και στο μυαλό εκείνου, κάθε φορά που άναβε ένα, έμπαινε σε σειρά το χάος του. Τα έπιπλα τού κατοικούσαν το μυαλό. Έμπαιναν στη θέση τους και το σπίτι έπαυε να μοιάζει άδειο. Το σπίτι ήταν άδειο. Εκτός. Εκτός από το τασάκι σχήματος στρογγυλού, στο κέντρο του δωματίου, σχήματος τέτοιου που έχουν όλα τα δωμάτια.
Υπέροχοι θόρυβοι κλείνονταν στο τασάκι αυτό που τους ρούφαγε όλους. Ο ωραιότερος των ήχων, αυτός της κάφτρας που καίγεται απαλά και πριν σβήσει αναστενάζει το τελευταίο κρουστό, ξεκάθαρο τσικ.
Εκτός από μουσικό κουτί, το τασάκι είχε και άλλες χρήσεις. Λάθος χρήσεις. Το φώς από τις γρίλιες, καιρό κλειστές, έμπαινε με αναίδεια και σκόνταφτε πάνω του μέχρι που νύχτωνε. Το βλέμμα εκείνου σταματούσε πάνω του όλο και πιο συχνά τις τελευταίες μέρες. Παλιότερα αποίκιζε το τραπεζάκι του σαλονιού όπου κάπνιζε μαζί της τα πιο βραδύκαυστα τσιγάρα. Μια συλλογή από τσικ αναρίθμητα, του χάριζαν τέτοια ηδονή που τον λυπούσε όταν εκείνη το άδειαζε αφού τα είχαν καπνίσει μεγαλειωδώς. Του άρεσε από μικρό παιδί να το βλέπει ξεχειλισμένο να απειλεί ότι θα σκορπίσει τις στάχτες του παντού.
Τώρα στη μέση του δωματίου, είχε να το αδειάσει κάμποσο καιρό. Τα αποτσίγαρα στοιβάζονταν το ένα πάνω στο άλλο, και είχαν σχηματίσει την βάση ενός μικρού Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Έσκυβε πάνω τους απαλά για να μην χαθεί στάχτη και το πλούτιζε πυκνά με καινούρια στολίδια. Όταν αφαιρούταν και κάποιο αποτσίγαρο δεν έπαιρνε το σωστό σχήμα, το εκτόξευε στο υπόλοιπο δωμάτιο.
Έφυγε όταν η βραχνάδα τής τελείωσε. Το τασάκι φτώχυνε. Ευτυχώς γρήγορα φρόντισε εκείνος να γεμίσει την απώλεια με καινούρια αποτσίγαρα. Η μυρωδιά τους σκαρφάλωνε στους τοίχους και ταξίδευε στις κλειδώσεις τους. Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι.
Η ανακούφιση του άδειου. Δεν χρειαζόταν πια να καθαρίσει, να σκουπίσει, να συγυρίσει, ίσως και να γαμήσει. Οι εποχές των μεγάλων γαμησιών τον είχαν αφήσει όπως τις είχε αφήσει-καθαρό. Ήξερε ότι εκεί έξω, πέρα από τις γρίλιες, τα βουλιάγματα και τα γκρεμίσματα συνεχίζονταν κι εκείνη ίσως να είχε πάθει αμνησία, να είχε χαθεί και να τριγυρνούσε στους δρόμους ψάχνοντας ένα τασάκι.
Με τον καιρό οι δουλειές του σπιτιού του έφερναν ανελέητη κούραση. Και έλλειψη χρόνου. Όσο ξεσκόνιζε τα έπιπλα, τόσο πιο γρήγορα έπιαναν σκόνη, κι όσο πιο γρήγορα έπιαναν σκόνη τόσο πιο συχνά σκούπιζε. Όσο πιο συχνά σκούπιζε τόσο περισσότερο χρόνο έχανε και τόσο πιο πολύ κουραζόταν. Ο χρόνος συρρικνώθηκε. Οι προμήθειες σε ξεσκονόπανα σώθηκαν. Τα τσαγάκια με απεμπλουτισμένο ου-ίσκι πλήθυναν αλλά πού χρόνος να τα πιει; Αφού υπήρχε το ξεσκόνισμα. Πώς να τα προλάβει και τα δύο; Ήταν μάταιο. Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι. Λίγος χρόνος.
Καθώς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο τασάκι θέριευε και είχε φτάσει λίγο πριν την κορυφή, το κόκκινο φανάρι στο μυαλό του άναψε ξανά. Ξεκίνα.
Σκέφτηκε να της γράψει ένα γράμμα. Ο δείκτης του δεξιού του χεριού θύμιζε, απελπιστικά πολύ, τσιγάρο. Σκέφτηκε να το ανάψει.


.................................................................................................................................................................


Βραχνή μου καύλα,
αν βρήκες το δρόμο, έχεις βρει και το τασάκι. Μάζεψε τις στάχτες που θα βρεις δίπλα του, και βάλ' τες στην κορυφή του Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Αντί για αστέρι. Δεν πειράζει που ήρθες, πειράζει που έφυγες. Ή ανάποδα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου