Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

η ευτυχισμένη άγνοια του μωρού

 
Αλέξανδρος Κάππα
Κοιτάζαμε σαν υπνωτισμένοι το μωρό: ισορροπούσε στα καλώδια του ηλεκτρικού που ενώνουν τις δύο πολυκατοικίες. Μας είχε μαγνητίσει εκείνη η πορεία: ήταν μια στιγμή μαγική, έξω απ' τον χρόνο της ζωής μας. Εμείς, οι εύτακτοι και περιποιημένοι. Οι απέναντι, οι αντιδραστικοί, οι επαναστάτες.

Βλέπω τον φακό πάνω στο τρίποδο. Απαθανατίζει τη στιγμή: ένα πέρασμα σε μια χώρα φτιαγμένη από ζαλιστικές ολονυχτίες. Και το μόνο που νιώθω είναι ντροπή για όσους δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν μέχρι εκεί... Ή μήπως περάσαμε όλοι μας και γυρίσαμε πίσω χωρίς να το διανοηθούμε;

Ο διαχειριστής με είχε καλέσει προς το απόγευμα. "Ελάτε γρήγορα στην ταράτσα, σίγουρα θα σας ενδιαφέρει!" Ανέβηκα τα σκαλιά, άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα ένα πλήθος μουγγό - άνθρωποι με την ανάσα τους κρατημένη. Οι τελευταίοι σκαρφάλωναν στα τοιχώματα για να δουν καλύτερα, οι πρώτοι κρέμονταν σχεδόν στο κενό. Και το μωρό προχωρούσε. Το μωρό πήγαινε. Το μωρό έφευγε απ' το λίκνο, άνοιγε τα φτερά του στις εμπειρίες...

Σίγουρα αυτό το μωρό χαμογελούσε μυστικά. Γιατί όταν είσαι μωρό είναι σαν ο κόσμος να ζητά την έγκρισή σου για να υπάρξει. Το να ζητήσεις εσύ την έγκρισή του και να στην αρνηθεί είναι μονάχα αστείο. Τούτο σημαίνει απέραντη ευτυχία. Επιλογές χωρίς όρια. Η απόκρημνη άγνοια των ορίων...

Κανένας μας δεν προσπάθησε να το σώσει γιατί ουδείς γνώριζε, σε μια τέτοια στιγμή, τον ορισμό της σωτηρίας. Μήπως εμείς δεν θέλαμε να ήμασταν τώρα κιόλας στη θέση του; Μήπως δεν έκρυβε υποκρισία η δήλωση της χήρας του ημιώροφου: "Ανοησίες, παιδιάστικα καμώματα, μόλις μεγαλώσει θα καταλάβει!" Κι όλοι να ανακινούν τα κεφάλια σε μια κατάφαση φυλακισμένη απ' τον φόβο. Το μωρό σκίρτησε τότε στο πλάι και για λίγο νομίζαμε ότι θα πέσει. Δεν ξέρω αν ήταν ανακούφιση ή ελπίδα για έναν πιο αργό θάνατο το ομαδικό μας επιφώνημα... Όμως εκείνο συνέχισε, εντελώς ατάραχο, να ροκανίζει αυτό το ιλιγγιώδες νήμα. Και μετά από λίγο, το κλάμα του ήρθε κοροϊδευτικό...

Μακάρι να έμενε ακριβώς εκεί, στη μέση της διαδρομής: μακριά από τη δική μας σεμνοτυφία και κατά μέτωπο στις αφελείς ζητωκραυγές των απέναντι. Μακάρι να 'μενε για πάντα εκεί. Θα ήταν το συμφερότερο για όλους μας. Το μωρό ως μια αιώνια εγκλωβισμένη πορεία. Σαν έκθεμα στο μουσείο της ανεκπλήρωτης προσπάθειας. Σαν φίδι που τρέφεται απ' την ουρά του. Σαν όνειρο. Σαν έκσταση. Το ταλαντευόμενο εκείνο μωρό σαν ένα λυτρωτικό μνημείο της ανθρώπινης ανημπόριας για επιλογή.
Όμως εκείνο προχωρούσε μπροστά, ευθύγραμμα, ήταν απολύτως αποφασισμένο... Καταμεσής στην πλημμυρίδα των βλεμμάτων, το μωρό προχωρούσε, το μωρό πήγαινε, το μωρό περνούσε...

Η μέρα έφτανε τώρα στο τέλος της και το σούρουπο μετακυλούσε στην υπεριώδη φωτεινότητα της σελήνης. Ελάχιστα εκατοστά είχαν απομείνει σ' αυτή την εναέρια κλεψύδρα που άδειαζε πια από άμμο. Αλλά ενώ το πλήθος της ταράτσας μας, πληγωμένο και ανήμπορο, αντάλλαζε τις τελευταίες επικριτικές μουρμούρες, το μωρό σταμάτησε να προχωρά. Γύρισε τότε προς το μέρος μας και μας κοίταξε όλους με μια προσποιητή σοβαρότητα. Κρατήσαμε τις ανάσες γιατί πιστέψαμε ότι θα μας απευθύνει τον πρώτο του λόγο. Όμως εκείνο άρχισε ξαφνικά να κατουρά: κατουρούσε στο κενό, πάντοτε κρυφογελώντας...

Οι απέναντι, καπνίζοντας μανιωδώς στα διαλείμματα του έρωτα, είχαν μεταμορφωθεί σε μια τεράστια αγκαλιά που περίμενε το μωρό, ενώ η ταράτσα μας, γκρίζα απ' το τσιμέντο, γκρίζα από τον ουρανό και από τα βλέμματα, στέρευε ολοένα από πικραμένες καληνύχτες. Μπορούσες τώρα να μυρίσεις την αδράνεια της καθημερινότητας που τραβούσε τον κόσμο της πολυκατοικίας σαν δίχτυ, πίσω στις φωλιές, στα παγιωμένα μας όρια, εκεί που τα περάσματα είναι μόνο ψευδαισθήσεις λεξιλογίου. Αλλά κι αυτοί ακόμα, μια χούφτα περίεργοι που είχαν απομείνει σαν αγάλματα αυλικών και προσδοκούσαν την ανατροπή κάποιου βασιλείου, δεν έκρυβαν τα χολωμένα τους βλέμματα. Σαν ο ένας να υποψιαζόταν τον διπλανό του για σχεδιασμένη υπόθαλψη του μωρού. Σαν οι γυναίκες να κατηγορούσαν τη μάνα που κρυβόταν στη σιωπή της ευθύνης. Μάταια όμως όλα τούτα... Έπρεπε ήδη να το είχαν καταλάβει: είτε οι γονείς βρίσκονταν ανάμεσά μας είτε ανήκαν στους απέναντι, ένα και το αυτό, πάλι το μωρό θα περνούσε... Ναι, ακόμα κι αν η πορεία αυτή προέκυπτε αντίρροπα - ακόμα και τότε το μωρό θα έφτανε τώρα στην μικροαστική αγκαλιά μας...

Ήμουν κάποτε αυτό το μωρό.
Και μέχρι να φτάσει το βράδυ είχα καταφέρει να περάσω απέναντι.
Όμως το άλλο πρωί βρισκόμουν ξανά εδώ: σ' ετούτη την πολυκατοικία που έκανε γλώσσα την ευγενική απόγνωση και σκόρπισε τα όνειρα στους κυματοθραύστες όσων μ' αγαπούν.
Από τότε μένω στον πέμπτο, αφού ο πέμπτος βρίσκεται κοντινότερα απ' όλους τους ορόφους στην ταράτσα, κάνοντας ακόμα πιο οδυνηρή την ελπίδα για επιστροφή. Γι' αυτό και τώρα του φωνάζω με λύσσα, μόνος πια στον τσιμεντένιο εξώστη:
"Μην περνάς, γύρνα και ξαναγύρνα, πάντοτε να μετεωρίζεσαι, ποτέ μην αρνηθείς τη ζαλάδα, κι απ' τη ζαλάδα να είσαι, απ' τη ζαλάδα να ξυπνάς, να κλαις, να κοιμάσαι, μην μεγαλώσεις, μην μεγαλώνεις!, πάνω στο τεντωμένο σύρμα να δέχεσαι τον θάνατο της κάθε μέρας".
Κι έπειτα, σε μια στιγμή απελπισίας, ταρακούνησα τα καλώδια για να το ανατρέψω. Αλλά το μόνο που έκανε εκείνο ήταν να γελάσει στα κρυφά, ξανά κοροϊδεύοντας τη ζήλεια μου.

Αυτό σημαίνει η απέραντη ευτυχία του μωρού. Είναι σαν ο κόσμος να ζητά την έγκρισή σου για να υπάρξει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου