Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Το ταξίδι ξεκινά

του Διάκενου Καλλιπολίτη

Είσαι σε ένα μπαρ, περασμένα μεσάνυχτα, δεν θυμάσαι τ’ όνομα του. Το εσωτερικό είναι μακρόστενο, μισοσκότεινο, τα σκαμπό σαν  να σχηματίζουν θολές κάθετες σειρές. Εκείνη κάθεται απέναντί σου σ’ ένα σκαμπό και σε κοιτά. Πίνει σιωπηλά το ποτό της και σε κοιτά. Τα μάτια της μεγάλα και καστανά, διακρίνεις περιπέτεια εκεί μέσα, ταξίδι. Στον αέρα ακούγεται κάτι σαν «αντίο…». Ρίχνεις ματιές τριγύρω, ποιος να είπε αυτό το πανάλαφρο «αντίο»; Κανείς άλλος δεν δείχνει να ‘χει πάρει χαμπάρι. Κάτι τύποι με πέτσινα μπουφάν αράζουν δίπλα, μερικά ωραία κορίτσια κάθονται παραπίσω, τα μάτια τους πράσινα, φωτεινά μα κενά. Αν τις γνώριζες για πρώτη φορά ίσως κάτι θα ψέλλιζες με αμηχανία και ο νους σου ως ιερή σκιά θα έφευγε γι’ αλλού. Ξαναγυρνάς το βλέμμα σε κείνη, το πρόσωπό της ανάγλυφο από τις δικές σου εικόνες. Άραγε εκείνη μέσα από το πρόσωπό σου αγκαλιάζει ένα μικρό έναστρο κορίτσι; Αφουγκράζεσαι τον αέρα και αυτό το «αντίο» είναι ακόμη εκεί, μαζί με έναν ήχο κουδουνιού αυτή τη φορά και μια οχλαγωγία μακρινή. Κατεβάζεις λίγο ουίσκυ. Πώς ήρθες σ’ αυτό το μπαρ; και τ’ όνομα του σου διαφεύγει… Σκέφτεσαι μήπως οι κακές σου σκέψεις έκαναν επίσκεψη, οι νεκροί σου πρόγονοι, λευκά κρανία πιθήκων χωρίς προγούλια. Στρέφεσαι πάλι στα μάτια της, σιωπηλά, γεμάτα μ’ ελπίδες. Γελάς από μέσα σου, καθώς σε φαντάζεσαι γέρο να τα αναπολείς. Μάθε το, ταξιδεύεις στην παιδική ηλικία δίχως κόπο. «Αντίο». Το ακούς ξεκάθαρα, πλανιέται στον αέρα σαν καπνός από τ’ αρχαία κάρβουνα του χρόνου, σαν αστερισμός. Απλώνεις το χέρι σου στον ώμο της, στο μάγουλό της, στα μαλλιά της. «Αντίο». Σου ψιθυρίζει πως ήρθε η ώρα.

Ξαφνικά οι μηχανές ξεκινούν. Παίρνουν μπρος, ακούς τον βόμβο τους, μα ούτε κίνηση πουθενά, ούτε καν φασαρία. Από τα παράθυρα βλέπεις καπνό και χέρια ν’ αποχαιρετούν. Μέσα φάτσες με πέτσινα μπουφάν, κορίτσια με πράσινα μάτια, όλοι ατάραχοι. Αποστεωμένοι πίθηκοι πίνουν ήρεμα το ποτό τους, σαν να ετοιμάζονται για ένα σύνηθες ταξίδι με το Ωρίων Εξπρές. Ο Κυρ-Χρόνος, με γκρίζο καπελάκι μουντζουρωμένο, είναι ο οδηγός της αμαξοστοιχίας μας. Μπαρ Ωρίων Εξπρές, το ταξίδι ξεκινά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου