Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

μπουαχαχαχαχα


ιστορία του Τραχανά


Ο ήλιος έκαιγε και πύρωνε την πέτρα, ενώ το κύμα έσπαζε νωχελικά στην ακρογιαλιά. Μία απαλή αύρα πρόσφερε μία υποψία δροσιάς κάτω από την ομπρέλα ηλίου, όπου άπλωνε την αρίδα του ήρωάς μας. Φορούσε ψάθινο καπέλο, μαύρα γυαλιά ηλίου Rayban, τριχωτό στέρνο και γαλάζιο χαβανέζικο μαγιώ και συνοδεύονταν από ένα φραπέ που ακουμπούσε στο διπλανό τραπεζάκι και από μια πετσέτα με τον Ντόναλντ Ντακ. Δεν έδινε σημασία τι συνέβαινε τριγύρω του. Δεν τον ενοχλούσε ο ήχος των ρακετών. Δε νοιάζονταν για το τζετ σκι που βολόδερνε εδώ κι εκεί. Ούτε καν για τη σοκολατόχρωμη καλλονή που ξάπλωνε δίπλα με το μπραζίλιαν μαγιώ. Ήταν πολύ απλά τα πράματα εκείνη τη στιγμή. Έλυνε σουντόκου κι ο κόσμος τριγύρω του δεν υπήρχε. Αργότερα εκείνη τη μέρα συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος όντως υπήρχε και του το απέδειξε με μια καψαλισμένη δεξιά γάμπα και μπράτσο.
Έβγαλε ένα μουγκρητό ευχαρίστησης, που προσομοίαζε με γελάκι κι άρχισε να συμπληρώνει μανιωδώς μερικά κουτάκια. Αφού τελείωσε, κατέβασε το περιοδικό στα πόδια του και χτένισε χαμογελώντας ικανοποιημένος με το βλέμμα του την παραλία. Στη συνέχεια ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του, άφησε το σουντόκου πάνω στην ξαπλώστρα και σηκώθηκε αργά. Τανύστηκε και ξανάριξε μια ματιά τριγύρω και τότε πρόσεξε την προαναφερθείσα καλλονή. Φούσκωσε το στήθος, κόρδωσε το κορμί του και είπε να της μιλήσει. Αναρωτήθηκε όμως τι να της πει και αγχώθηκε γιατί δε βρήκε τίποτα έξυπνο, αλλά παρόλο αυτά δεν άφησε να φανεί η ταραχή του. Θα το σκέφτονταν αργότερα αυτό, αφότου θα έριχνε μία βουτιά. Έβγαλε το ψάθινο καπέλο του, πέταξε μέσα τα γυαλιά του, της χαμογέλασε κι ας είχε αυτή γυρισμένη πλάτη και προχώρησε καμαρωτός καμαρωτός ως τη θάλασσα και μπήκε ως τον αστράγαλο.
Το νερό έγλειφε τα πέλματά του και ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι του. Αποφάσισε γενναία να προχωρήσει μπροστά, όπως και το έπραξε. Κοντοστάθηκε λιγάκι όταν είχε πια μπει ως τα γόνατα, πήρε όμως μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. Όταν όμως άρχισαν να βρέχονται τα ευαίσθητα σημεία του, εκεί σταμάτησε για τα καλά. Κοίταξε τριγύρω του και είδε καμιά δεκαριά τύπους να έχουν σταματήσει κι αυτοί στο ίδιο βάθος, αλλά μολαταύτα αυτός δεν πτοήθηκε και αν πτοήθηκε δεν το έδειξε. Βούτηξε κάνοντας ένα μακροβούτι και κανείς δεν άκουσε το υποβρύχιο ουρλιαχτό για το παγωμένο νερό που τον αγκάλιασε. Συνέχισε να κολυμπάει προς τα βαθιά έτσι ώστε να ζεσταθεί ή καλύτερα να κρυώσει γιατί είχε ανάψει τόση ώρα έξω. Ή τέλος πάντων κολυμπούσε για κάποιο λόγο, που ο πιο προφανής θα ήτανε ότι απλά δεν πατούσε. Όταν έφτασε σε κάποια απόσταση από την ακτή γύρισε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια για να ξεκουραστεί κι άρχισε να σιγοψιθυρίζει κάποιο ρυθμό χέβι μέταλ που θεώρησε ότι ταίριαζε εκείνη τη στιγμή. Στο βάθος όμως άκουγε ένα θόρυβο από μηχανή, αλλά αρχικά δεν του έδωσε καμία σημασία. Όμως ο θόρυβος πλησίασε κι άλλο κι έτσι άρχισε να κουνάει το χέρι του για να δει όποιος έρχονταν ότι ήταν κι αυτός εκεί. Βαριόταν να κουνηθεί. Παρόλο αυτά ο θόρυβος φαινόταν να έρχεται ακόμα πιο κοντά κι έτσι έγειρε, άνοιξε τα μάτια του και τότε τον είδε.
Στέκονταν πάνω σε ένα τζετ σκι, είχε γονατιστά τα πόδια του έτσι ώστε να γέρνει το σώμα του προς τη δεξιά του πλευρά. Ήταν λιπόσαρκος με μακριά μούσια τα οποία πλαισίωναν ένα σαρδόνιο χαμόγελο και είχε τρίχες στο στήθος. Όταν ξαναδιάβασε αυτή την ιστορία, συμπλήρωσε με κακεντρέχεια ότι είχε και τρίχες στην πλάτη. Φορούσε γυαλιά ηλίου με φωσφοριζέ λαστιχάκι ώστε να μην του φεύγουν, το καπέλο του είχε πέσει πίσω την πλάτη του και συγκρατούνταν από ένα κορδονάκι, ενώ στο χέρι του κράδαινε ένα γιγάντιο πλαστικό γάντζο. Γέλασε και διαβολικά γιατί του φάνηκε κατάλληλη η περίσταση.
Ο ήρωάς μας, αρχικά κοκάλωσε, αλλά γρήγορα επανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και άρχισε κολυμπάει μανιακά ύπτιο προς την ακτή. Έβγαζε όμως κι ένα ουρλιαχτό φόβου παράλληλα. Η μορφή πάνω στο τζετ σκι γελούσε όλο και πιο δυνατά, αλλά ο ήρωάς μας δεν κώλωσε κι ούρλιαζε κι αυτός πιο δυνατά, ώσπου ξαφνικά χτύπησε σε κάτι μαλακό, που έμοιαζε με φουσκωτό. Γύρισε να δει και ήταν όντως κάτι φουσκωτό, ήταν μία βάρκα Μπι Μπι Μπο. Πάνω της ήταν μια άλλη μορφή, ανθρώπινη κατά τις περιγραφές όσων ήταν παρών στο συμβάν, που φορούσε ένα ψάθινο καπέλο είχε παρανοϊκό βλέμμα, στρογγυλή κοιλιά, υψωμένα χέρια πάνω από το κεφάλι και έκανε «μπουαχαχαχαχα». Ο ήρωας τσίριξε αντρίκια. Αναλογίστηκε τι θα έλεγε στην γκόμενα έξω στην ακτή που κάθονταν δίπλα του. Η φωνή της μορφής πάνω στο τζετ σκι όμως έσκισε τον αέρα και δύο χέρια τον έπιασαν από τους ώμους.
- Κανείς δεν ξεφεύγει από το Σκουληκότρυπα!! Κράτα τον γερά Θ.Π.!!
Ο άνδρας πάνω στη βάρκα, που πιο πολύ έμοιαζε με αρκουδάκι της αγάπης, έβγαλε ένα υποχθόνιο γέλιο κι είπε κι αυτός.
- Τέρμα η ντόλτσε βίτα μικρέ Τραχανά! Τώρα είσαι δικός μου!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου