Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Κραα…αυγή

 της Πανδώρας

Πολλοί νομίζουν ότι μια κραυγή είναι κάτι απλό. Μερικά φωνήεντα εμπλουτισμένα ίσως με μια υπόνοια συμφώνων, όπου ανάλογα με την τονικότητα εκείνου που τα εκφέρει, αντικαθιστούν μια δυο μπλοκαρισμένες λέξεις και υποβιβάζουν τον κραυγάζοντα στην κατάσταση του αγριμιού ή έστω του πρωτόγονου προγόνου του.
Λάθος! Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι. Μια κραυγή, μια ολοκληρωμένη και αξιοπρεπής Κραυγή που σέβεται τον εαυτό της, είναι εξαιρετικά σύνθετη και περίπλοκη κατάσταση. Είναι ένα χαρμάνι υλικών σε σοφές αναλογίες και δόσεις, μια συνομωσία διόλου τυχαίων περιστατικών και περιστάσεων που συνεργάζονται βουβά και για χρόνια προκειμένου να οδηγήσουν στο ζητούμενο και να εξασφαλίσουν τη χροιά, την ένταση και τη ρευστότητα που απαιτείται για τη σύστασή της. Τη συνετή δόνηση που θα σκορπίσει και θα εξανεμίσει την πίεση του κραυγάζοντα, χωρίς να συντρίψει τον ίδιο.
Μια Κραυγή έχει πολλά συστατικά και οπωσδήποτε περιέχει πολλές λέξεις. Λέξεις αιχμάλωτες, κλειδωμένες στο σεντούκι της λήθης. Άχρηστα «θα» κι απενεργοποιημένα «όταν», αναπάντητα «γιατί» και δύστροπα «πρέπει».Το αχ που δαγκώθηκε σαν το μήλο της Χιονάτης και τα όχι που μεταλλάχτηκαν σε οχιές. Ευχές ανείπωτες και ψίθυρους ερωτικούς που δεν έφτασαν ποτέ στον παραλήπτη τους. Οι ελιγμοί της μνήμης συντηρούν και προσφέρουν μισοσβησμένα συμβατικά χαμόγελα, όνειρα που δραπέτευσαν, προδομένες προσδοκίες, επιθυμίες που τις σκέπασαν τα κύματα της λογικής και δεν κατάφεραν ποτέ να βγουν στη στεριά, παρορμήσεις που σκοντάφτουν πάνω στον τοίχο του απροχώρητου, νυχτερινούς στοχασμούς πνιγμένους σε γερές δόσεις νικοτίνης, και μικρά μπουκετάκια θλίψης δεμένα με κορδέλες από στεναγμούς χρωματιστούς, όπως αρμόζει σε κάθε περίσταση.
Στη συνέχεια δίνουν τον τόνο οι πινελιές των χρωμάτων. Το απέραντο γκρι της μοναξιάς που κορυφώνεται στο μαύρο της απελπισίας. Το μοβ των τσαλακωμένων αποδείξεων της διάψευσης. Το βαθύ μπλε των ρεμβασμών που ισορροπούν στην αιχμηρή ακινησία μιας ματαιωμένης απόδρασης. Το πορτοκαλί μιας εφηβείας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το κόκκινο του πάθους και των παθών. Το κίτρινο της ρουτίνας που δεν κατάλαβε πότε έγινε συνήθεια. Και το πράσινο από μικρές δόσεις δηλητήριο που λιμνάζουν αργά στη στέρνα της σιωπής.
Τη σύνθεση ολοκληρώνουν νότες και συγχορδίες, αρμονικές και φάλτσες, που τις αρπάζει ο άνεμος και τις στροβιλίζει στη δίνη της οδύνης. Νότες περιπλανώμενες που απέδρασαν απ’ τις παρτιτούρες και περιφέρονται αδέσποτες μες στα σοκάκια των αναμνήσεων. Το παράπονο στο κλάμα νυχτερινής κιθάρας, ο λυγμός απ’ τη στριγκή δοξαριά ενός βιολιού, το βαθύ κλάμα του όμποε, ένας βαρύς νταλκάς από μπουζούκι
τρίχορδο, η ανησυχία των κρουστών που φτάνει στην κορύφωση της αγωνίας και ο ήχος των δακρύων που σταλάζουν απ’ τα πλήκτρα ενός πιάνου.
Κι ύστερα έρχεται η ώρα της Κραυγής. Ένας σαρωτικός ανεμοστρόβιλος, ένα ρεύμα ποταμού ορμητικό που τα δονεί όλα, τα παρασύρει και τ’ απελευθερώνει σ’ ένα κρεσέντο του ανείπωτου…
Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Ότο Ρανκ μιλούσε για την «πρωταρχική κραυγή», ισχυριζόταν ότι είχε τη δύναμη να θεραπεύει τους ασθενείς του από τραυματικές εμπειρίες και ψυχώσεις. Συνοπτικά η διαδικασία που ακολουθούσε ήταν ο εγκλεισμός τους σ’ έναν απρόσωπο, μισοσκότεινο χώρο, δίχως οπτικοακουστικά ερεθίσματα κι επαφή με τον έξω κόσμο. Στόχος του ήταν με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης να επιστρέψουν στην ώρα της γέννησής τους και να την ξαναζήσουν. Ο ίδιος υποστήριζε, ότι όχι μόνο κατάφερναν με τις μεθόδους του αρκετοί να επαναφέρουν στη μνήμη τους μια τόσο παρωχημένη ανάμνηση, αλλά και ότι ξαναζώντας την θεραπεύονταν εντελώς. Σύμφωνα πάντα με τη θεωρία του, η στιγμή της γέννας είναι η πιο οδυνηρή εμπειρία στην αυγή της ζωής μας. Κι όταν αυτή συνοδεύεται από επιπλοκές, οδυνηρές δυσκολίες για το νεογέννητο ή απόρριψη, ευθύνεται για τις περισσότερες ψυχικές διαταραχές.
Η λυτρωτική κραυγή που συνόδευε την ανάμνηση αυτή και που ο ερευνητής ονόμασε «πρωταρχική», ισοδυναμούσε με το πρώτο κλάμα ενός μωρού.(Σοκ απ’ τη σκληρή διαπίστωση του κόσμου που ήρθαμε να ζήσουμε;). Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές του, δεν θύμιζε τόσο κλάμα, αλλά ένα βραχνό κρώξιμο βγαλμένο απ’ τα έγκατα της ψυχής.
Όπως και να ’χει, μια κραυγή που συμπαρασύρει τραυματικές εμπειρίες, ακόμη και μεταγενέστερες, παραμένει λυτρωτική. Είναι ένα είδος κάθαρσης και αποθεραπείας. Το «κρώξιμο» που περιγράφει ο Ότο Ρανκ σηματοδοτεί έτσι ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα αυγή, αποφορτίζοντας ευεργετικά αυτόν που κραυγάζει.( Ή μήπως αυτόν που κράζει;)
Γι’ αυτό όχι, δεν είναι ο πίνακας του Μουνκ αυτός που φέρνει στο νου μου την Κραυγή.
Παρά την ανησυχία, την αγωνία και την απομόνωση που εκπέμπει, με τον αιματοβαμμένο ουρανό, την κουπαστή της γέφυρας που τέμνει διαγώνια τον πίνακα δημιουργώντας μια σκληρή οξεία γωνία καθώς η γραμμή φυγής χάνεται στον ορίζοντα με τη δύση του ήλιου, παρά τους ισχυρισμούς του R. Rosenbum, ότι μια περουβιανή μούμια χρησίμευσε στο ζωγράφο σα μοντέλο για ν’ αποδώσει την αγωνία της ανθρώπινης έκφρασης, παρά τις ανήσυχες φαρδιές πινελιές, τη ρευστότητα και τις καμπύλες των γραμμών που αναπαριστούν ηχητικά κύματα και μια φύση
που δονείται απ’ την ένταση των ρευμάτων του ήχου, όχι δεν είναι αυτός ο πίνακας.
Όχι, όχι η «Κραυγή» του Έντβαρντ Μουνκ, αλλά «Τα κοράκια στα σταροχώραφα» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, αναπαριστούν για μένα το «κρώξιμο» που υπαινίσσεται μια Κραα…αυγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου