Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Kατάδυση

της Πανδώρας

Παρότι τα ναυάγια ανακαλούν στη μνήμη θησαυρούς, παλιούς πειρατικούς χάρτες και βυθισμένα σκαριά που τα σιγοροκανίζουν τα ψάρια για να περνούν την ώρα τους, στην πεζή στεριανή καθημερινότητα άλλου είδους ναυάγια συναντάμε. Και μάλιστα με τέτοια συχνότητα που πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον ένα μουσείο στεριανών ναυαγίων.
«Ναυάγησαν τα σχέδιά μας», «Οι ελπίδες μου έχουν καταποντιστεί», «Τα όνειρά μου βούλιαξαν», «Έρωτας ναυαγός!», «Αυτός έχει καταντήσει ναυάγιο της ζωής», «Βυθίστηκε η οικονομία μας», «Ο πολιτισμός μας έχει πατώσει», «Το σύστημα μπάζει νερά από παντού», ή… «Το κείμενό μου είναι σωστό ναυάγιο».


Όλα αυτά τα…ένδοξα ναυάγια που δεν καταδέχονται να τα τσιμπολογήσουν οι σαρδέλες και να τα ροκανίσουν οι ροφοί, που τα φύκια κι η αρμύρα δεν τα κάλυψαν στοργικά με την απόκοσμη γοητεία τους, που οι συντεταγμένες τους δεν αναφέρονται σε κανένα πειρατικό χάρτη και που – τι κρίμα! – κανένα μυθικό θησαυρό δεν κρύβουν, θα εύρισκαν τη θέση τους σ’ ένα ωραίο μουσείο πολιτισμικών ατυχημάτων.
Στην κεντρική αίθουσα και σε περίοπτη θέση θα τοποθετούσαμε το ναυάγιο της οικονομίας. Κλεισμένο σε τεράστιο ενυδρείο, με σκουριές, οστρακόδερμα, καρχαρίες να το περιτριγυρίζουν κι όλα τα…αξεσουάρ που συνοδεύουν ένα αξιοπρεπές ναυάγιο, θα πρόσφερε ένα αξέχαστο θέαμα σε επισκέπτες – ναυαγούς που με αρρωστημένη περιέργεια ψάχνουμε ακόμη το πώς και το γιατί βουλιάξαμε σ’ ένα πολιτισμό κι ένα σύστημα που έχουν πιάσει πάτο προ πολλού.
Ύστερα με ελεγχόμενη απελπισία θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας, όπου οι πιο τολμηροί θα επιχειρούσαμε μια κατάδυση στον προσωπικό μας βυθό προκειμένου ν’ ανιχνεύσουμε ναυάγια και θησαυρούς στ’ αδιαπέραστα σκοτάδια της ύπαρξής μας. Κατάδυση επικίνδυνη, δίχως φιάλες κι οξυγόνο, με κάθε λογής τέρατα να παραμονεύουν, δεν έχει πάντα σπουδαία αποτελέσματα για τους δύτες. Έχοντας όλοι τη βαθιά πεποίθηση ότι κρύβουμε μέσα μας πολύτιμα πετράδια που δε φτάνουν ποτέ στην επιφάνεια, συνήθως απογοητευόμαστε απ’ αυτό που αντικρίζουμε και βιαζόμαστε να ξαναβγούμε πάνω για να πάρουμε αέρα. Συντρίμμια, σπασμένα ξάρτια και κουπαστές ρημαγμένες, σκουριά κι αλάτι, κουκουλωμένα όλα απ’ τα φύκια της λήθης κι αγκαλιά με τις προσωπικές μας μέδουσες, σαλεύουν απόκοσμα παρατημένα στις διαθέσεις των κυμάτων.
Κι άλλοτε πάλι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Μόνο βαρκούλες χάρτινες που μπάταραν στα ρηχά πριν αρμενίσουν, διαψεύδοντας με χλευασμό την παιδιάστικη πίστη μας ότι καθώς μπρατσέρες τρικάταρτες θα όργωναν τα πέλαγα βάζοντας πλώρη για ταξίδια μακρινά.
Κι έπειτα είναι κι ο φόβος, στην κατάδυσή μας αυτή μην αντικρίσουμε την «κεφαλή της μέδουσας» και μείνουμε για πάντα μαρμαρωμένοι στ’ άγρια βάθη!
Λίγοι τραβάνε καμιά φορά θησαυρούς στην επιφάνεια. Οι πιο πολλοί, ακόμη κι αν τύχει να πετύχουμε κάτι πολύτιμο ( κάνα περιδέραιο, κάνα βραχιόλι ή κάνα κύπελλο χρυσό, στολισμένο με πετράδια, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με το Τζόνι Ντεπ), δεν έχουμε τη δύναμη να το ξεκολλήσουμε απ’ τ’ ασβεστοποιημένα όστρακα και το σφιχταγκάλιασμα των θαλάσσιων φυτών, έτσι προτιμάμε να τ’ αφήσουμε στην ησυχία του.
Και για τα μαργαριτάρια, είναι καλά κλεισμένα μες στα στρείδια τους.
Κι όμως, μερικοί… επαγγελματίες ναυαγοί μπαρκάρουμε αμετανόητοι ξανά και ξανά για μακρινά ταξίδια και τόπους μυθικούς. Σωρός τα συντρίμμια στους βυθούς μας, οι άνεμοι όλοι κόντρα και τα κύματα θεριά. Ακυβέρνητα σκαριά, στο έλεος των καιρών, καταποντιζόμαστε τις περισσότερες φορές πριν καλά, καλά βγούμε στ’ ανοιχτά. Όσο αντέχουμε κολυμπάμε, ξαναβγαίνουμε στη στεριά, υψώνουμε στεγνή σημαία και πεισματικά σαλπάρουμε για καινούριο ταξίδι. Για πόσο; Δεν ξέρω.

Πρόσω ολοταχώς!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου