Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο (μέρος δεύτερο)


του νίκου πάκου


 Όπως και να ‘χει, άλλο να αισθάνεσαι καλλιτέχνης και άλλο πράγματι να είσαι. Να έχεις ένα αληθινό καλλιτεχνικό συναισθηματισμό, ένα αληθινό καλλιτεχνικό πνεύμα. Κι όλα αυτά πηγαία, εκ γενετής.
Πάντως ο Χ. Λ. σχεδόν από παιδί αισθανόταν καλλιτέχνης. Αν θέλουμε να είμαστε πιο συγκεκριμένοι σε εκείνη τη φάση που από την παιδική περνούσε στην εφηβική ηλικία, δηλαδή όταν άρχισε να έχει μια πρώτη θολή κι απροσδιόριστη αίσθηση των σκέψεων και των πράξεων του, η καρδιά του Χ. Λ. είχε το πρώτο σκίρτημα της τέχνης. Ακριβώς έτσι το ένιωσε, παρά τη μικρή του ηλικία, ως ένα μεγάλο έρωτα. Προχωρημένο απόγευμα και μια τυχαία στραβή ματιά σ’ έναν αραχνοϊστό στο παλιό μηχανουργείο του παππού του, τον έκανε να παρατήσει όλες τις βίδες και τα μπιχλιμπίδια με τα οποία έπαιζε μέχρι εκείνη την ώρα και να αφοσιωθεί εκεί. Πλησίασε με τα μεγάλα του μάτια τον ιστό. Οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν ανάμεσά του, ενώ κάποιες άλλες, αιχμάλωτες, δεν μπορούσαν παρά να ρίξουν τη σκιά τους. Εκπληκτικό…  Ο τυχαίος ιστός στη γωνιά του τοίχου, του προξένησε ένα λαβυρινθώδες συναίσθημα γεμάτο με τους πιο αντιφατικούς συνειρμούς, από γυναικείους μηρούς ως τον ταύρο που είχε δει στην τηλεόραση να πετάει βίαια στον αέρα τον ταυρομάχο. Σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας, έμεινε έκπληκτος με τον εαυτό του, που σκεφτόταν σε κλάσματα δευτερολέπτου τόσο άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Παρέμεινε καρφωμένος στον ιστό, αναζητώντας την αρχή και το τέλος του, λες κι ήταν νήμα μπλεγμένο τρελά. Μετά από λίγο, δεν μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο με ακρίβεια, άσε που δεν θυμόταν πλέον, επέστρεψε στο σπίτι και έπιασε τα πολύχρωμα μολύβια του. Στην αρχή πήρε χρώμα μαύρο, μετά γκρι για να κάνει τις σκιές, μετά πορτοκαλί και κίτρινο να ζωγραφίσει τις ακτίνες, μετά γαλάζιο, επειδή –έτσι του ‘ρθε- να βάλει και κομμάτια του ουρανού ανάμεσα στους ιστούς. Έσφιγγε τα δόντια, γούρλωνε τα μάτια, δάγκωνε τα χείλη και τα χέρια του έτρεχαν άπληστα πάνω στο χαρτί. Ίδρωσε, τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του έγιναν υγρά, μα συνέχιζε ακάθεκτα.  
Αυτές οι εικόνες κρατήθηκαν ολοζώντανες στην μνήμη του χρόνια μετά. Μπορούσε να τις παίξει σαν έγχρωμη, αλλά κομμάτι θολή η αλήθεια είναι, ταινία, ένα παλιό φιλμ στο νου του.
Έτσι, μέχρι περίπου τα εικοσιπέντε είχε μια βαθειά αισιόδοξη αίσθηση ότι είναι γεννημένος καλλιτέχνης. Ως μαθητής ζωγράφιζε, σχεδίαζε, έγραφε ποιήματα, τραβούσε φωτογραφίες. Πρώτο τσίμπημα με γκόμενα; να σου ένα ποιημάτιον ερωτικόν. Πρώτο μεθύσι; την άλλη μέρα, κατά την ιεροτελεστία του hangover, σκάρωνε κάτι σκίτσα γκροτέσκα και σουρεαλιστικά.  Έτσι, πήγε στο Επιστημών της Τέχνης, στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπάθησε να απωθήσει την σκληρή αλήθεια: εκεί έμπαιναν όσοι δεν είχαν τα κότσια (ή το βύσμα) να χωθούν στην Καλών Τεχνών. Δε πειράζει, κάτι θα μάθαινε κι εκεί.
Ως φοιτητής, το καλλιτεχνικό του γαϊτανάκι συνεχίστηκε. Μάλιστα συμμετείχε και σε κάτι εκθέσεις φοιτητικών ομάδων με πίνακες και σκίτσα, ενώ ένα τοπικό λογοτεχνικό περιοδικό δημοσίευσε κάποια ποιήματά του. Παράλληλα χώθηκε σε παρέες ποικίλες, από αναρχικούς που έτρωγαν τα λεφτά του μπαμπά, μέχρι νέο-χίππιδες με αγάπη για οτιδήποτε ρετρό και σκονισμένο. Είχε εμπειρίες, κατάπιε εικόνες, άκουσε μουσικές, διάβασε βιβλία κι είδε σινεμά. Αλλά και γνώρισε ανθρώπους, τελικά είχε λίγους φίλους κι ακόμα λιγότερες γκόμενες, όπως και να ‘χει συνειδητοποιήθηκε όσο μπορούσε. Όμως, ενώ τα φοιτητικά του χρόνια έφταναν στο τέρμα τους, καταλάβαινε ότι όσο αναφορά τη συνολική εικόνα του κόσμου και του εαυτού του, θα έμενε εν πολλοίς παιδί προς έφηβος: μια πρώτη θολή κι απροσδιόριστη αίσθηση, ένα παλιό φιλμ.  Αρχικά αυτό το θεώρησε ζωτικό στοιχείο της καλλιτεχνικής του φύσης, αργότερα όμως άλλαξε γνώμη.
Η γνώμη του Χ. Λ. άλλαξε, όταν, τελειώνοντας τη σχολή του, επέστρεψε στη πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ως φοιτητής είχε μια ελευθερία, που στην πόλη του την έχασε. Είχε μια αίσθηση γαλάζιου ανοιχτού ουρανού, που τώρα ένιωθε να στενεύει, να παίρνει αποχρώσεις ασπρόμαυρες. Πήγε και στρατό, ήταν μια δοκιμασία που φτώχυνε κι άλλο την παλέτα των χρωμάτων του,  κι αυτή η αλλόκοτη αίσθηση του κλουβιού ολοένα και μεγάλωνε. Ποτέ δεν ήταν το παράδειγμα του αισιόδοξου ανθρώπου, αλλά μ΄ όλα αυτά, το πράγμα παράγινε. Βγαίνεις από το σχολείο και το πανεπιστήμιο, πας κι ένα στρατό και μετά βγαίνεις έτοιμος για κονσερβοποίηση! Με το πτυχίο της σχολής του, μπορούσε να διδάξει εικαστικά, άιντε βαριά να γράψει καμιά ακαταλαβίστικη κριτική σε κάνα σοφιστικέ περιοδικό τέχνης και πολιτισμού. Βέβαια, για όλα αυτά έπρεπε να γλείψει, να ψάξει για βύσμα… στην Ελλάδα ζεις, τι πιο αυτονόητο;  Παρόλα αυτά προσπάθησε, καθώς οι τελευταίες σταγόνες αισιοδοξίας του παρέμεναν συνδεδεμένες στενά με πείσμα κι αγωνιστικότητα. Έπιασε και μίλησε σ’ ανθρώπους, έφτιαξε ένα πορτφόλιο και έδειξε έργα του σε διάφορους τύπους, από υπέργηρους γκέι ζωγράφους ως γκαλερίστες της κακιάς ώρας. Αλλά τίποτα δεν προχωρούσε. Με μια απογοήτευση ολοένα βαθύτερη, μια μίζερη διάθεση για τη χώρα του, για τη ζωή του και για τον ίδιο του τον εαυτό, συλλογιζόταν το σκηνικό που θεωρούσε πάντα ότι τον αφύπνισε ως καλλιτέχνη: ο ιστός και η τελετουργία του πρώτου εκείνου μισού συνειδητού μισού ασύνειδου ζωγραφίσματος.  Πως θα ήθελε να γίνει ζωγράφος... Εδώ που τα λέμε, έστω κι επαγγελματίας σχεδιαστής, δεν τον χαλούσε. Στα πιο μεγάλα του όνειρα, σκεφτόταν να δημιουργήσει μια σειρά σχεδίων και ποιητικών κειμένων στα οποία θα έβαζε όλη του την τέχνη, όλες του τις επιρροές και εμπειρίες, όλο του τον εαυτό. Ένα αληθινό μαγικό βιβλίο…
Είμαι σίγουρος πως θα συμφωνείτε ότι ο Χ. Λ. δεν είχε ούτε τρομερά αυτάρεσκες, ούτε εν γένει υπερβολικές φιλοδοξίες. Δεν ήταν εγωιστής, δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά ένας καλλιτέχνης που ήθελε να επανασχεδιάσει και να χρωματίσει με τον δικό του τρόπο την πραγματικότητα. Μα, η άτιμη του πήγαινε συνεχώς κόντρα. Έτσι, καθώς ο καιρός κυλούσε, άρχισε να αλλάζει όχι την πραγματικότητα, αλλά την εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Μπορεί να ένιωθε καλλιτέχνης, αλλά αυτό δε σήμαινε πως ήταν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου