Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο ( μέρος τρίτο )


του νίκου πάκου



“Δεκατέσσερις θέσεις Μουσικών, Χορογράφων και Καλλιτεχνών ενέκρινε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης…”

   Η προσοχή του έπεσε κατευθείαν πάνω στην αγγελία, μέσα στο άχαρο ασπρόμαυρο πλαίσιο. Την ξαναδιάβασε με ξαναμμένο ενδιαφέρον:

“Δώδεκα θέσεις Μουσικών, Χορογράφων και Καλλιτεχνών ενέκρινε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης για το Πνευματικό Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης. Εκτός από την ειδικότητα Καθηγητών Κλασικού Πιάνου, όπου εγκρίθηκαν δύο θέσεις, στις υπόλοιπες αντιστοιχεί από μία. Πρόκειται για τις ακόλουθες:

Καθηγητές: Μπουζουκιού, Κλαρινέτου, Τρομπέτας, Αλτικόρνου, Φλάουτου, Κρουστών Οργάνων, Βιολοντσέλου, Τρομπονιού, Αρμονίας και Βιολιού.”

   Μα  ζητάνε θέση καθηγητή αλτικόρνου; Τι στο διάολο είναι αυτό το όργανο; Να μου πεις, τώρα το τρομπόνι είναι όργανο; Τους παίχτες τρομπονιού πάντα τους φανταζόταν άνω των εκατό κιλών.

   Αλλά, η τελικά αλλόκοτη αγγελία συνεχιζόταν. Για να δούμε:

Άλλες ειδικότητες: μία θέση Χορογράφου Μαζορετών και μία θέση Δασκάλου για Λαούτο…

   Αν έχεις τον θεό σου! Ένιωσε σαν τον πιο θυμωμένο Ντόναλντ του κόσμου, από του οποίου το στόμα έβγαιναν, αντί για λέξεις, σάλια παρέα με κόκαλα, καπνούς και νεκροκεφαλές. Προφανώς ένας χορογράφος μαζορετών και ένα δάσκαλος του λαούτου είναι πολύ πιο χρήσιμοι από ένα καθηγητή εικαστικών! Ένιωσε μια απέχθεια ταυτόχρονα για τις αμερικάνικες χαζοταινίες και για τη φημισμένη μουσική παράδοση της Ανατολής.
   Πέταξε την εφημερίδα και σηκώθηκε από την πολυθρόνα σιχτιρίζοντας. Ευτυχώς που δεν ήταν οι γονείς του σπίτι, για να τον καμαρώσουν και να προβληματιστούν ακόμα περισσότερο: χωρίς δουλειά εν μέσω κρίσης. Άρπαξε το μπουφάν του και τράβηξε για το μάθημα φωτογραφίας, που ξεκινούσε σε λίγο.
   Σε εκείνο ακριβώς το μάθημα ο Χ. Λ. μίλησε για πρώτη φορά στην Κατερίνα. Την είχε σταμπάρει από τότε που τα μαθήματα είχαν ξεκινήσει, εδώ και περίπου ένα μήνα. Την υπολόγισε περίπου στην ηλικία του, αν και έδειχνε φανερά μικρότερη. Αναμφίβολα ήταν όμορφη και είχε αυτό το σοφιστικέ στιλ που τον τραβούσε. Αλλά, τίποτα από τα δύο δεν την έκανε να ξεχωρίζει από μια από τις πολλές τύπισσες που ίσως θα ενδιαφέρονταν για το εβδομαδιαίο μάθημα φωτογραφίας του Δήμου. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή του Χ. Λ. Κάτι απροσδιόριστο, λες και η Κατερίνα ήταν ολόκληρη βυθισμένη σε μια θολή λάμψη, ένα σύννεφο που την ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε, μια ομίχλη δική της, προσωπική. Αργότερα, ρίχνοντάς της κλεφτές ματιές μέσα στο μάθημα φωτογραφίας, καθόρισε τι ήταν αυτό που του άρεσε τόσο πάνω της. Ήταν η μελαγχολία της.  Όταν το συνειδητοποίησε, έμεινε έκπληκτος με τον εαυτό του. Πάντα, σε όλες τις σχέσεις με το άλλο φύλο, από τις πιο μικρές και φευγαλέες, ως τις πιο σοβαρές και δύσκολες, εκείνος έπαιρνε τον ρόλο του μελαγχολικού, του κακοδιάθετου, του κυκλοθυμικού. Τον τραβούσαν πάντα γυναίκες χαρούμενες, με φωτεινά, χαμογελαστά πρόσωπα. Έβρισκε ένα καταφύγιο εκεί, παρόμοιο με αυτό που έβρισκε στην αισιοδοξία της ζωγραφικής.
   Αλλά, η Κατερίνα μπορούσες να πεις πως βρισκόταν στο άλλο άκρο. Ντυμένη πάντα με μουντά χρώματα, με απλανές βλέμμα και μια εύθραυστη εσωστρέφεια. Δεν την έλεγες και ακοινώνητη, μιλούσε με κάποια παιδιά από το μάθημα, που προφανώς συμπαθούσε. Αλλά, πάντα με τα ίδια άτομα. Ίσως, σκέφτηκε ο Χ. Λ., θα είναι και εκλεκτική ως προς τις συμπάθειες και τα γούστα της.
   Αλλά το πιο έκδηλο στοιχείο πάνω της, και το πιο γοητευτικό για τον Χ. Λ., ήταν η διάχυτη μελαγχολία της. Την παρατηρούσε στο μάθημα. Συχνά παρίστανε πως παρακολουθούσε τις σχολαστικές αναλύσεις του δασκάλου, αλλά, αν την πρόσεχες λίγο και ο Χ. Λ. το έκανε στα κρυφά, καταλάβαινες πως το βλέμμα της ταξίδευε. Και τα ταξίδια της φαινόταν νοσταλγικά και θλιμμένα. Στην εφηβεία Καρυωτάκης, στα πρώτα φοιτητικά χρόνια Joy Division και τα ρέστα μου! Στον καλλιτέχνη μας, που πάντα άρεσαν οι πολύχρωμες εικόνες και τα χαμογελαστά κορίτσια, πιάστηκε στην φάκα της ομορφιάς που μπλέκεται, στη περίπτωσή μας πράγματι αριστοτεχνικά, με την θλίψη. Στο τέλος”, σκέφτηκε κάποια φάση, κάμποσο αυτοσαρκαστικά, “με έχω ικανό να κάθομαι να της λύνω τα ψυχολογικά”.
   Έτσι χάζευε την Κατερίνα για κάνα μήνα, χωρίς να τολμήσει να της πιάσει την κουβέντα. Κάμποσο εσωστρεφής ο ίδιος, μαζεμένη και εκείνη, οπότε άιντε να βγάλεις άκρη. Πάντως δεν ερχόταν κάνας μαντραχαλαίος να την μαζέψει μετά το μάθημα. Καλό αυτό. Παρόλα αυτά, απέμεινε να τη χαζεύει, να πιθανολογεί για την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και τη ζωή της κι από κανένα βράδυ, να κουβαλά την εικόνα της στο νου του ως το ίδιο το κατώφλι του ύπνου.
   Αλλά, εκείνη τη νύχτα, μετά από την μικρή αλλά ενδεικτική κατραπακιά της ελεεινής αγγελίας στην εφημερίδα, αισθάνθηκε ότι πράγματι δεν έχει στον ήλιο μοίρα, την ίδια όμως στιγμή ένιωσε κι ένα περίεργο αίσθημα απελευθέρωσης, έναν τόσο δα τυχοδιωκτισμό. Έτσι, αφού τέλειωσε το μάθημα και ενώ ήταν στο προαύλιο του δημοτικού πολιτιστικού κέντρου την πλησίασε θαρραλέα, της έριξε ένα ζεστό χαμόγελο και ψέλλισε ένα “γεια” . Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, ανταποδίδοντάς του απρόσμενα το χαμόγελο. Η αλήθεια ήταν πως δεν την έβλεπε να χαμογελά και συχνά, μα αυτό το βλέμμα ήταν τόσο όμορφο, όπως και η ίδια. Ένα σκούρο μπλε σκουφί κάλυπτε το κεφάλι της, ενώ μακριά μπλουκλωτά μαλλιά περιτριγύριζαν ατίθασα σκουφί, πρόσωπο, ακόμα και ώμους. Τον κοίταξε με μια έκφραση που του ‘βγαλε λίγο συμπάθεια και λίγο αμηχανία. Αυτό το μίγμα τον ξετρέλανε, της πρότεινε να περπατήσουν επιστρέφοντας στα σπίτια τους.
   Έκανε κρύο, πολύ κρύο για να κάνεις χαλαρές βόλτες έξω, αλλά η Κατερίνα δέχτηκε. Άλλωστε ο γκρίζος χειμωνιάτικος καιρός ταίριαζε στην ψυχολογία που από την αρχή του έβγαζε. Η νυχτερινή πόλη ήταν άδεια και μακρινοί ήχοι αυτοκινήτων έρχονταν από τον αυτοκινητόδρομο λίγο παρακάτω. Ενώ περπατούσαν αργά και μιλούσαν, την κοιτούσε και όχι πλέον στα κλεφτά: τυλιγμένη σε ένα κυπαρρισσί παλτό που τις έφτανε ως τα γόνατα, με τις μπότες της έξω από το τζιν, ήταν τόσο όμορφη.
   Βόλταραν για κανένα εικοσάλεπτο και μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων, για φωτογραφία στην αρχή, μετά για  μουσική, σινεμά... Πάντως ήταν ενημερωμένη, αισθάνθηκε πως θα μπορούσε να συζητάει μαζί της για ώρες. Και το καλύτερο ήταν πως δεν μίλησαν καθόλου για την οικονομική κρίση και για τις χαμένες ευκαιρίες, την ανεργία, τη μιζέρια και όλα τα σχετικά. Βέβαια, από την άλλη, δεν έπεσε και καμιά συγκλονιστική ατάκα, ούτε κάποιο υπονοούμενο ερωτικού περιεχομένου, ούτε καν κάποιο κομπλιμέντο. Ο Χ. Λ. συλλογίστηκε “εντάξει, δεν μου ταιριάζουν τέτοια. Χαμογελάμε, περπατάμε, κουβεντιάζουμε ωραία και καλά…”. Και μετά από λίγο, για να ντοπάρει τον φροϋδικό νεάντερνταλ που κρυβόταν μέσα του: “την κατάλληλη στιγμή και με ένα τόνο συγκρατημένου βέβαια ενδιαφέροντος, θα της προτείνω να ανταλλάξουμε τηλέφωνα και…”

- …. το Σάββατο το βράδυ.

- Ε; την ρώτησε.

- Το Σάββατο το βράδυ, του είπε χαμογελώντας. Στα μάτια της μια λάμψη, που έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν λάμψη μιας διάθεσης ξεκάθαρα φωτεινής. Άραγε ήταν επειδή της άρεσε ή μήπως επειδή τον έπιασε στα πράσα να έχει κατεβάσει ρολά και να έχει χαθεί στις σκέψεις του;

- Αυτό το σαββατόβραδο θα μου φτιάξει τρελά τη διάθεση! Και η λάμψη στα μάτια της μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ουράνιο τόξο.

- Και τι θα γίνει το σαββατόβραδο;

- Ένας φίλος έχει πάρτυ… Θα πάω εκεί με την παρέα και θα περάσουμε τέλεια.

Μπράβο το πάρτυ… Τόσο καλό θα είναι, ώστε να φτιάξει τόσο τη διάθεση σε μια κοπέλα όπως η Κατερίνα; Μακάρι να… Η φωνή της για ακόμα μια φορά διέκοψε τις σκέψεις του, αλλά αυτή τη φορά έπεσε διάνα:

- Θες να έρθεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου