Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

η αυτοκτονία ως αρνητική αυτοσυνειδησία


του Κώστα Ταξιθέτη

Αυτοκτονία, καθώς γυρνάς προς τον εαυτό σου μέσω του ψυχολογικού πρίσματος του θανάτου. Με μια οπτική συνώνυμη, η αυτοκτονία αποτελεί το αυτοσυνειδησιακό ζενίθ, μέσα από μια ενδελέχεια αρνητικού πρόσημου. Δηλαδή, στα πλαίσια μιας ελεύθερης μεταφοράς του φροϋδικού σχήματος σε παραλληλία με το αρχαιοελληνικό θρησκευτικό και μυθολογικό σύστημα, εκεί όπου το κέρας της Αμάλθειας δεν έχει παραδοθεί αμαχητί στους νέους θεούς μιας κατά βάση σοφιστικής έλλογης προσέγγισης, η απεικόνιση του εαυτού στον καθρέφτη της συνείδησης μπορεί να έχει τρία επίπεδα: την πραγματικότητα, η οποία αναλογεί στο εγώ˙ τον επουράνιο κόσμο των Θεών, ο οποίος μυθοποιεί το υπερεγώ˙ τέλος ο Κάτω Κόσμος, που βέβαια δεν μπορεί παρά να βρίσκει το ψυχαναλυτικό του ισοδύναμο στο ασύνειδο. Με αυτήν την αντιστοιχία, καταλύουμε τις δομιστικές, αλλά και αποδομιστικές προσεγγίσεις του φροϋδικού μοντέλου, απογυμνώνοντας έτσι, θα λέγαμε, την ίδια του την ψυχή και αναδεικνύοντας μια νέα, μεταμοντέρνα ρητορική του εαυτού.
Ως μύστες λοιπόν μια ουσιαστικά προ-ορθολογιστικής προσέγγισης της αυτοκτονικής πράξης και κατάστασης, θεωρούμε την τελευταία ως μια κατάβαση στο σύμπαν των πνευμάτων και των νεκρών ψυχών. Εκεί το πνεύμα ως φάντασμα, δηλαδή ως ένα πλάσμα κυριολεκτικά διαμπερές, το οποίο μπορεί να κοιτάξει αβίαστα και να επεξεργαστεί την ίδια του την υφή, την ίδια του την ουσία, αλλά την ίδια στιγμή απογυμνωμένο σε ομόνοες, ομόψυχους θεατές, αναβαπτίζεται διαμέσω της αμετάκλητης αλήθειας του θανάτου. Φυσικά εδώ παρουσιάζεται μια εικόνα που αναπαράγεται σε κάθε πανανθρώπινη δημιουργία, αρκεί να σκεφτούμε τον ορφικό μύθο, την ομηρική κατάβαση του Οδυσσέα, την Κόλαση του Δάντη, αλλά και ένα πλήθος λαϊκών ασμάτων με προέλευση αρχαιότατη.
Το πιο σημαντικό, το σημείο που πρέπει να προσεχτεί: ο Οδυσσέας, το αρχέτυπο του μεταθανάτιου για αυτό και αυτοκτονικού ήρωα, μετά από την κατάβαση στον Άδη επιστρέφει σώος, για να συνεχίσει το ταξίδι του. Αυτό το ελεύθερο πέρασμα ανάμεσα στους δυο κόσμους, ανάμεσα στους συμβολικούς και ανορθολογικούς όρους του ορατού και του αόρατου, του απτού και άπιαστου, του αληθινού και του πλαστού και βέβαια του εγώ και του μη-εγώ σηματοδοτεί την αναβάπτιση και επανοηματοδότηση της αυτοκτονίας ως την υπέρτατη στιγμή αντεστραμμένης αυτοσυνειδησίας. Εδώ δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε τη καντιανή θεώρηση για το Υψηλό, αν και σε αυτή τη σύντομη ανάλυση προσπαθήσαμε να αποφύγουμε τον σκόπελο της ρομαντικής, άρα και ριζικά νεωτερικής, προσέγγισης του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου της ζωής και του θανάτου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου