Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

το ξεχασμένο σημείωμα

Πάνε δυο χρόνια περίπου από εκείνη τη μέρα. Σε κανέναν από τους δυο δεν είπαν την αλήθεια, ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια. Εκείνος έπρεπε να μη χάσει την ελπίδα του, εκείνη να αντέξει όσο περισσότερο γινόταν. Και έτσι έγινε. Προσπάθησε πολύ. Μόνος του, με βοήθεια φαρμάκων, με βοήθεια γιατρών, με βοήθεια δικών του ανθρώπων. Εκείνη προσπαθούσε με το μόνο τρόπο που ήξερε και μπορούσε, με προσευχές. Θα έπιαναν; Ήταν αρκετές; Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια τέτοια κατάσταση το μόνο που μπορείς να έχεις είναι πίστη και υπομονή. Πίστη ότι θα περάσει και όλα θα είναι όπως πριν και υπομονή για τα δύσκολα που θα έρθουν. Αυτά είχε και εκείνη. Μαζί με μια καρδιά που τον αγαπούσε όσο αγαπούσε τον εαυτό της. Ίσως και περισσότερο. Γιατί τέτοια αγαπη δε μετριέται, δε συγκρίνεται, ούτε καν επαναλαμβάνεται. Ο καιρός πέρασε, εκείνος χειροτέρευε, η αρχή του τέλους ήρθε. Το μητρικό ένστικτο δε γελιέται, το ήξερε προ πολλού. Όμως πως να δεχτείς κάτι που δεν αντέχεις ούτε σε εφιάλτη να το δεις; Έτσι υπομένεις, επιμένεις, ελπίζεις, παλεύεις, πιστεύεις! Πιστεύεις πως θα δεις το παιδί σου να μεγαλώνει και να μεγαλώνει ώσπου εσύ ηλικιωμένη γριούλα, θα φύγεις πρώτη από τη ζωή. Η ζωή όμως δε σου κάνει τα χατήρια. Και αυτό που αγαπάς περισσότερο από καθετί, το βλέπεις να φεύγει. Να το αποχωρίζεσαι ενώ δεν ήταν έτσι να γίνει. Δεν το ήθελες έτσι. Τώρα ο πόνος ρίζωσε βαθιά και δε θα φύγει ώσπου να φύγεις και συ. Πόνος, πόνος χωρίς γιατρειά, πόνος που δεν ξεχνιέται, πόνος που δύσκολα αντέχεται. Ποιά λόγια μοιάζουν αρκετά παρήγορα για τη μάνα που κλαίει το παιδί της; Ποιά λύπη χειρότερη μπορεί να βρει στη ζωή της; Όλα ξεχνιούνται, όλα περνάνε, όλοι ξεχνάνε. Η μάνα όμως ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου