Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Του φεγγαριού το Φι

της Πανδώρας




Απ’ όλα τα γράμματα του αλφάβητου το φι είναι το πιο υπερφίαλο, το πιο φορτικό και το πιο φλύαρο.
            Το κατάλαβα αμέσως απ’ την πρώτη συνάντηση που είχα μαζί του. Σαν το φακίρη ξετρύπωνε λέξεις που περιείχαν την αφεντιά του. Απίστευτα φαφλατάς και φιγουρατζής, δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη φροντίζοντας για τη φήμη του, ώστε τα φώτα της δημοσιότητας να στρέφονται επάνω του.
            Φως φανάρι ότι είχα να κάνω μ’ έναν τύπο πολύ φαντασμένο. Γι’ αυτό αποφάσισα να το αποφεύγω όσο μπορώ, εφόσον η φιλαυτία του και η φασαρία που συνόδευαν την κάθε εμφάνισή του μ’ έκαναν έξω φρενών.
            «Άφησέ με ήσυχη», του φώναξα μια νύχτα με φεγγάρι που ήρθε και με βρήκε αιφνίδια. «Στο φεγγαρόφωτο δεν ταιριάζουν οι φάλτσες παραφωνίες σου».
            Τι ήθελα να το πω αυτό; Ήταν σα να πυροδοτούσα ένα φυτίλι, σα να ‘ριξα λάδι στη φωτιά.
            Με κοίταξε δήθεν ξαφνιασμένο.
            «Μπορείς να φανταστείς το φεγγαρόφωτο χωρίς τα δυο του φι; Δεν υπάρχει αναφορά στο φεγγάρι χωρίς εμένα. Είμαι η άφευκτη έκφραση της φεγγαρίσιας φύσης!»
            Το φιλοδώρησα με μια φονική ματιά.
            «Και οι φανφάρες δύο φι έχουν επίσης».
            Έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε φανατικά το μονόλογό του.
            «Γιατί, τι είναι το φεγγάρι; Ένας δορυ-φόρος, δηλαδή φύλακας, φρουρός που φέρει δόρυ. Και εκτός από δόρυ φέρει και φαρέτρα με φεγγαραχτίδες που πέφτουν στη γη και φωτίζουν, φεγγοβολούν, φωσφορίζουν… Είναι ο φάρος τ’ ουρανού μέσα στη νύχτα, ένας φυσικός φωστήρας που χρόνια τώρα φορτίζει τη φαντασία των ανθρώπων. Φαντάσματα ξεφυτρώνουν στο φως του φεγγαριού, οι λυκάνθρωποι φρενιάζουν ενώ φασματικές μορφές διαφαίνονται…»
            Η κατάσταση οδηγούνταν σε φιάσκο. Με τη φόρα που είχε πάρει δε θα μπορούσα να το φιμώσω εύκολα.
            «Η φήμη του φεγγαριού δεν οφείλεται μόνο σ’ αυτά», διαφώνησα προσπαθώντας να βάλω ένα φρένο στις παραφιλολογίες του.
            Μα φυσικά, είναι και οι φάσεις του φεγγαριού, όταν κόβεται σε φέτες. Μια διάφανη λεπίδα φωτός! Κι εμφανίζεται άλλοτε σαν κοίλος κι άλλοτε σαν κυρτός φακός. Είναι η φαντασμαγορία της φωτοχυσίας του, όταν είναι στη φέξη του. Είναι που τροφοδοτεί τις ερωτικές φαντασιώσεις των ανθρώπων, είναι …»
            «Είναι που είσαι φαντασιόπληκτο και νομίζεις ότι όλα περιστρέφονται γύρω από το … σύμφωνό σου».
            «Κι όμως οφείλεις να παραδεχτείς ότι η υπόσταση του φεγγαριού εκφράζεται σαφέστερα με το φθόγγο φι».
            «Ουφφφ…», ξεφύσηξα φουρκισμένη. «Εμένα εκείνο που με γοητεύει είναι η παντελής έλλειψη βαρύτητας που το χαρακτηρίζει».
            Τόνισα σκόπιμα την τελευταία φράση διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις, ώστε να μην περιέχουν ούτε ένα φι. Μάταιος κόπος!
            «Η ελαφρότητα είναι το φόρτε μου! Δεν είναι φανταστική  η ανάλαφρη κίνησή του, καθώς γλιστρά φευγαλέα ανάμεσα στα νέφη; Είναι σα να φτερουγίζει πάλλαφρο στο φύσημα του ανέμου και στο φλοίσβο των κυμάτων. Ένα φεγγάρι φορητό  στον αφρό των νεφελών! Μια φτερούγα φωτός στο φίλντισι των αστριών! Μια φαιδρή φωταψία στη φενάκη της φθοράς! Ένας φεγγίτης στο φαιό του σύμπαντος που μας περιβάλλει!...»
             Οι λυρικές εξάρσεις αυτού του είδους δεν είναι απολύτως του γούστου μου.
            «Ναι, κι ένα φαλακρό φεγγάρι με φέσι!», είπα ειρωνικά προσπαθώντας να δώσω ένα τέλος στα ευφυολογήματά του.
            «Κι όμως», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλες οι ανάλαφρες εκφράσεις έχουν αναπόφευκτα φι».
              «Πράγματι, πάρε για παράδειγμα το φελλό ή τον ελαφρόμυαλο», είπα με φαρμακερό ύφος.
«Είναι πολλές οι λέξεις που έχουν φι, δε λέω. Νόμιζα όμως ότι μιλούσαμε για το φεγγάρι».
«Αλήθεια; Δεν είχα προσέξει ότι μιλούσαμε. Είχα την εντύπωση ότι μιλούσες… και μάλιστα όχι για το φεγγάρι, αλλά για την αφεντιά σου».
«Φαινομενικά έχεις δίκιο, αλλά ας μη φιλονικήσουμε γι’ αυτό. Έλεγα απλώς για τη συμμετοχή μου σ’ ότι σχετίζεται με το φεγγάρι και το φως εν γένει. Είμαι ένα φωτεινό σύμφωνο, πώς να το κάνουμε! Ακόμα κι η γραφή μου δε θυμίζει φανάρι; Ή μάλλον…φανοστάτη;»
«Εγώ άμα σε βλέπω μου έρχονται στο νου τα φούμαρα». 
«Εντάξει!» είπε αποφασιστικά. «Προσπάθησε λοιπόν να μιλήσεις για το φεγγάρι χωρίς εμένα, γιατί εγώ λέω να φεύγω. Δε χρειάζεται να θίγεις την υπερηφάνειά μου».
«Να μας γράφεις…» είπα αδιάφορα και σήκωσα το βλέμμα στο νυχτερινό στερέωμα. Ένα ολόφρεσκο φεγγάρι σκαρφάλωνε στο φθινοπωρινό ουρανό. Το φι ήταν πάντα εκεί.
«Στο φινάλε δεν είναι παρά ένα φυσικό φαινόμενο», είπα συμφιλιωτικά.
Συμφώνησε ανακουφισμένο που φάνηκα ν’ αναγνωρίζω την προσφορά του.
«Είναι ένα φιλί στα βλέφαρα της γης», είπε φιλοσοφικά κι επί τέλους στράφηκε να φύγει, φροντίζοντας να έχει αυτό την τελευταία φράση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου