Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

η αντιστροφή της κατάρας

Αλέξανδρος Κάππα 

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ο Θήτα δεν μπορούσε να πηδήξει με τίποτα. Υπήρχε η πρόθεση από μέρους του αλλά του συνέβαιναν διάφορες γκαντεμιές. Κυρίως λίγο πριν το ραντεβού. Σ' αυτές τις κρίσιμες ώρες, όταν τον έβλεπες ν' αγκομαχά και να βαριαναστενάζει, περιμένοντας να γυρίσει ο δείχτης του ρολογιού για να φύγει, μια αναμπουμπούλα καταλάμβανε το κεφάλι του η οποία αργότερα εκδηλωνόταν σε αφηρημάδες και άδικες συμφορές. Διότι είναι άδικο να χάνεις το ραντεβού επειδή πάτησες μια πηχτή φωλιά από κόπρανα κάτω απ' τη σόλα σου κι αναγκάζεσαι να γυρίσεις άρον άρον σπίτι για ν' αλλάξεις παπούτσια, αλλά η ώρα περνάει, η ώρα πέρασε και το κορίτσι έφυγε, το κορίτσι πάει. Άδικο να σου σκίζεται ο καβάλος του παντελονιού, άδικο να πυορροεί απ' το μέτωπό σου ένα σπυράκι σαν κρατήρας ηφαιστείου, άδικο να στέκεσαι εκεί μπροστά στην πλατεία και το σκουπιδιάρικο να σου πετά βαλτόνερα στο καινούργιο σιδερωμένο πουκάμισο που αγόρασες ειδικά γι' αυτή την περίσταση. Κατάφορη αδικία, αν και εδώ περισσότερη ευθύνη από την τύχη φέρει αυτή η αφηρημάδα που λέγαμε πριν, να αυξάνεις ταχύτητα με το μηχανάκι θέλοντας να κάνεις ένα θεαματικό σπινιάρισμα της τελευταίας στιγμής για να εντυπωσιάσεις το κορίτσι που στέκεται με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο και το άλλο στο δρόμο, αλλά εκεί ακριβώς, ενώ εσύ πατάς το φρένο και στρίβεις το τιμόνι σαν βιρτουόζος του τσίρκου: εκεί συνέβη η συμφορά: την πάτησε. Πάτησε το κορίτσι του ραντεβού. Του γάζωσε το πόδι. Φορούσε λευκό πέδιλο. Και της το τσαλαπάτησε με τη ρόδα.
"Μήπως σε χτύπησα;"
"Όχι, εντάξει, δεν είναι τίποτα".
Πώς δεν ήταν; Όλη η ρόδα είχε αποτυπωθεί στα δαχτυλάκια, ανάμεσα στις λευκές λωρίδες του παπουτσιού. Βγήκαν το ραντεβού ενώ εκείνη ήταν πατημένη. Απ' τον Θήτα. Ραντεβού του Θήτα με κάποια πατημένη απ' τον ίδιο. Άδικη συμφορά. Φταίει αυτή η αφηρημάδα.
Είχε χτυπήσει κι άλλες κοπέλες. Μια φορά, στη φοιτητική λέσχη, καθώς τρώγαμε (εγώ καθόμουν αντικριστά στον Θήτα και δίπλα μου ένα κορίτσι που το διέκρινε αυτό που λέμε "τσαχπινιά"), ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Δεν μας μιλούσε, δεν μας απηύθυνε τον λόγο, εμάς των αγοριών, των φίλων του. Γιατί, να τα λέμε αυτά, κάπου φταίγαμε κι εμείς για την κατάσταση. Ποιος έριξε τις νερόμπομπες προφυλακτικών στο κεφάλι του Θήτα όταν εκείνος μιλούσε μ' ένα κορίτσι κάτω απ' το κοινοβιακό μας διαμέρισμα; Ποιος εμφύτευσε εκρηκτικά σκορδάκια στην κωλότσεπη του παντελονιού του λίγο πριν συναντήσει την Έψιλον; (εγώ: το παραδέχομαι). Ποιος άραγε ψέκασε με σπρέι-ψεύτικο χιόνι τα μαλλιά του Θήτα καθώς κοιμόταν πριν το ραντεβού με τη Λάμδα; (άγνωστο αυτό, όμως οι περισσότερες υποψίες βαραίνουν τον Ρο).
Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι στη φοιτητική λέσχη, που ακόμα τη θυμάμαι ολοκάθαρα εξαιτίας των τσίγκινων σερβίτσιων που απέπνεαν την ατμόσφαιρα φυλακής σε αμερικάνικη ταινία, ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Μας περιφρονούσε με τη σιωπή του. Μας τα είχε μαζεμένα. Αλλά το κορίτσι με το τσαχπίνικο συμπεριφορικό προφίλ, τον ήθελε πολύ. Γιατί, ας το παραδεχτούμε κι ας ζηλεύουμε, ο Θήτα είναι όμορφος. Ο ομορφότερος της παρέας: εξ ου και η τραγική ειρωνεία. Όλα έγιναν σε λίγα δευτερόλεπτα. Το κορίτσι, επιστρατεύοντας υπόγειες (τσαχπίνικες) κινήσεις, άπλωσε το (τσαχπίνικο) πόδι του κι άρχισε να χαϊδεύει (τσαχπίνικα) τις γάμπες του Θήτα κάτω απ' το τραπέζι. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα απ' το πιάτο. Θυμάμαι: σουπιές με ρύζι. Με κοίταξε στα μάτια. Με κεραυνοβόλησε. Με απείλησε με μια σύσπαση των χειλιών. Κι ύστερα πήρε φόρα, σαν ποδοσφαιριστής, κι έριξε μια απίστευτης ορμής κλωτσιά στο καλάμι του κοριτσιού.
"Συγνώμη, είσαι καλά;, δεν κατάλαβα, νόμιζα ότι ήταν ο..."
Όμως όχι, το κορίτσι δεν ήταν καλά. Είχε σωριαστεί στο πάτωμα, σαν φουσκωτή κούκλα που της τράβηξαν τη βαλβίδα, και σφάδαζε από τον πόνο.
Υπήρξε υποψία για κάταγμα. Κάποιος μίλησε για ενδεχόμενο ράγισμα του οστού. Το κορίτσι έκλαιγε μ' αναφιλητά. Τη σηκώσαμε ελαφρά στην καρέκλα. Μας ζήτησε να την πάμε στο νοσοκομείο. Ειπώθηκε η φράση: "για μια εξέταση σε ορθοπεδικό". Ειπώθηκε η λέξη: "μαλάκας". Κατ' επανάληψιν. (Εμείς χασκογελούσαμε στα κρυφά). "Κάποιος να την πάει στο νοσοκομείο ρε παιδιά". Προθυμοποιήθηκε ο Θήτα. Και τότε, ήταν τρομερό, είδα το κορίτσι να σηκώνεται πάνω και να βγαίνει τρέχοντας από τη λέσχη, ρίχνοντας στο πέρασμά του έναν τσίγκινο δίσκο που προεξείχε απ' την τραπεζαρία. Θυμάμαι: το κουδούνισμα του τσίγκου στο μάρμαρο. Θυμάμαι: η φιγούρα του Θήτα αποχωρεί σκυφτή.
Άλλη φορά. Το ραντεβού πήγαινε καλά. Σε γενικές γραμμές. Της έχυσε λίγο ουίσκι στα μανίκια αλλά αυτό απέβη θετικό για την εξέλιξη της βραδιάς. Το σπίτι του ήταν κοντά: "Πάμε λίγο να το καθαρίσεις με νερό και να το στεγνώσεις με το πιστολάκι;" Πήγαν. Μπαίνουν μέσα, της φέρνει ένα μπουκάλι νερό, εκείνη φοβάται νέα υποτροπή, το τραβά απ' το χέρι του, τ' ακουμπά στο κομοδίνο, τον σπρώχνει στο κρεβάτι, αλλά ακριβώς εκεί, καθώς τον φιλούσε κατεβαίνοντας προς τα κάτω και σηκώνοντας το καουμπόικο πουκάμισο (θυμάμαι: το βγάλαμε έτσι επειδή ήταν από μάλλινη τρίλιζα) ώστε να του γλείψει το στέρνο και να του πιπιλήσει τις ρώγες, εκείνος, με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι, την είδε: μια μύγα στον γλόμπο της λάμπας. "Μισό λεπτό". Παίρνει το περιοδικό απ' το κομοδίνο. Το εκτοξεύει στον γλόμπο. Ο οποίος γλόμπος, παμπάλαιος όπως ήταν, γιατί το σπίτι πρέπει είχε χτιστεί πριν μισό αιώνα, "Γατόσπιτο" το λέγαμε, μάζευε συνεχώς αδέσποτες γάτες της γειτονιάς που το χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα όταν έλειπε ο Θήτα (θυμάμαι: μια γάτα είχε κάνει εμετό όταν εκείνος μπήκε στο σπίτι με την Όμικρον), παμπάλαιος λοιπόν όπως ήταν ο γλόμπος, κατεδαφίστηκε απ' το ταβάνι και προσέκρουσε στο κεφάλι της κοπέλας.
Ελαφρά διάσειση. Έφυγε απ' το "Γατόσπιτο" με ουίσκι στο μανίκι και γυαλιά στο κεφάλι.
Τις χτυπούσε. Τις έβρεχε. Τις τσαλάκωνε. Τις γέμιζε γυαλιά, τις πατούσε με το μηχανάκι, τις φιλούσε στο πιγούνι (ναι, είχε συμβεί κι αυτό: ο Θήτα επιχείρησε να φιλήσει ένα κορίτσι που το είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι του, κι επειδή είναι κοντός, επειδή το κορίτσι είχε ανέβει στο πεζούλι, επειδή ήταν νύχτα, επειδή του ήρθε μάλλον να κλείσει τα μάτια καθώς λύγιζε εμπρός: αστόχησε). Αστοχούσε. Πατούσε κόπρανα. Έριχνε καλαμιές ή απλώς δεν παρευρισκόταν καν στα ραντεβού. Εξαιτίας μιας πρόωρης συμφοράς. Εξαιτίας μιας υπερβολικής αφηρημάδας. Εξαιτίας μιας αναμονής που τον κατέβαλε ολόκληρο και του ερχότανε ντουβρουτζάς κι αναμπουμπούλα. Εξαιτίας, να το πούμε κι αυτό, της προϊστορίας του. Του κακού του ιστορικού. Γιατί ο Θήτα είχε δημιουργήσει ιστορικό μ' όλες αυτές τις σεσημασμένες γκαντεμιές. Ένα χρονικό γκαντεμιάς. Μια Βίβλο αντρικής απελπισίας. Έναν γκαντεμομαγνήτη. Ο οποίος, όλα να τα λέμε εδώ, άρχισε να μας ακολουθεί κι εμάς από ένα σημείο και μετά. Ως παρέα, ως προσωπικότητες, ως φοιτητές-γκόμενους. Διότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, όλα μαθαίνονταν στον κύκλο της σχολής. Αυτό δεν πάει να πει ότι μας συνέβαιναν τα ίδια. Όμως όταν στην παρέα σου βρίσκεται ο νούμερο ένας επικηρυγμένος των πατημένων, κλωτσημένων, υποβαλλόμενων σε άστοχο φιλί γυναικών, αρχίζεις πια να χάνεις το κύρος σου ή μπαίνεις στο ηθικό δίλημμα να χάσεις έναν φίλο. Κι εμείς δεν θέλαμε να χάσουμε τον Θήτα. Πόσο συμπονετικός ήταν στις σημειώσεις που μας έδινε κατά την εξεταστική περίοδο! Πόσο καλόκαρδα φερόταν όταν του ζητούσαμε να χρηματοδοτήσει τις αμφίβολες φοιτητικές μας δραστηριότητες! Πόσο στοργικά μας δάνειζε το μηχανάκι του και πόσο μεγαλόψυχος αποδεικνυόταν, ας τα πούμε όλα επιτέλους, όταν εμείς εκμεταλλευόμασταν ένα κορίτσι που είχε πληγώσει, ως απόντας στο ραντεβού ή με κυριολεκτικό τρόπο, δίχως να μας λέει κουβέντα όταν το μάθαινε από τρίτους (θυμάμαι: υπήρχαν πάντα κακόβουλες πηγές πληροφόρησης στους φοιτητικούς κύκλους). Επειδή λοιπόν εμείς δεν θέλαμε επουδενί να χάσουμε τον Θήτα, επιστρατεύσαμε ένα συλλογικό αίσθημα αλληλεγγύης και πράξαμε το αυτονόητο: τον πήγαμε σε μπουρδέλο. "Θα σπάσει η γκαντεμιά, θα δεις".
Μπαίνουμε μέσα. Στο "στούντιο". Μια πόρτα με κρόσσια τα οποία θα ήταν υπερβολή, αν και ταιριαστή, να τα αποκαλέσουμε "μπουρδελιάρικα". Ένα κόκκινο αμπαζούρ, εξίσου ευτελές. Κάποια εύσωμη γιαγιά που λέει κατά λέξη: "τσιμπουκάκι - πισωκολλητό" τόσα ευρώ. Κάναμε παζάρια για να επιδείξουμε εμπειρία. Αυτό δεν πέτυχε και συμφωνήσαμε στην αρχική τιμή. "Μισή ώρα - απ' όλα".
Ο Θήτα ήταν ντίρλα. Τον είχαμε μεθύσει για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα δειλιάσει. Και για να εκμηδενίσουμε την πιθανότητα να μην του αρέσει το κορίτσι. Βρισκόταν σε κατάσταση όπου, κατά τα λεγόμενα του Ρο, "θα πήγαινε ακόμα και με αξύριστο οικοδόμο". Κι ωστόσο, μόλις ξεπρόβαλλε απ' τα φύλλα της κουρτίνας μια μεσόκοπη, ελαφρώς σιτεμένη κυράντζα, η οποία φορούσε νυχτικό σαν κουνουπιέρα - ένα διάφανο δίχτυ που συγκρατούσε δυο στήθη στο μέγεθος του ώριμου πεπονιού-, ο Θήτα επανήρθε αυτοστιγμεί στην πραγματικότητα. "Αφήστε, ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά". Αυτό πραγματικά το θυμάμαι σαν σήμερα. Τον ρώτησε πώς τον λένε (η πόρνη). Κι ύστερα από μια σιωπή που κράτησε για ένα παράλογο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ουδείς ανέπνεε και όλοι κρέμονταν από τα χείλη της (πόρνης), ακούστηκε ο διάλογος:
"Άκου Θήτα. Ή τώρα ή ποτέ".
"Ε, τότε, ποτέ".
"Ε, τότε, την κατάρα μου να 'χεις".
Και γύρισε την πλάτη. Και τον ακολουθήσαμε παγωμένοι. Και φύγαμε απ' αυτό το "στούντιο" με τη μαγική κατάρα μιας πόρνης που φορούσε κουνουπιέρα. "Θεέ μου, ελεήσου μας".
Ναι, είπαμε να τα λέμε όλα. Έλα όμως που είναι δύσκολο, ακόμα και τόσα χρόνια μετά, να παραδεχτώ τι ακριβώς συνέβη στα δύο επόμενα έτη της φοιτητικής μας ζωής. Συνοπτικά, σαν ντροπιαστικό ψιθύρισμα, θα μπορούσα εδώ να αναφέρω ότι ούτε εγώ ούτε ο Ρο ούτε κανείς απ' τους άλλους που άκουσαν τα μαγικά λόγια εκείνο το μοιραίο βράδυ, δεν έτυχε να φιλοξενήσει γυναίκα στο φοιτητικό του κρεβάτι. Ένα κακορίζικο στόμα (της πόρνης) έπνιγε μέσα του όλες τις δίκαιες προσπάθειές μας. Ένας κύκλος συμφορών έπνιγε όλα τα ραντεβού μας: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ραντεβού (η τελευταία περίπτωση, η πλέον οδυνηρή, μου συνέβη προσωπικά - εξ ου και η μικροψυχία μου αυτήν εδώ τη στιγμή).
Αντιθέτως, το δωμάτιο του Θήτα στο κοινοβιακό μας διαμέρισμα, στέναζε και σειόταν, κάθε μέρα, κάθε νύχτα, επί δύο ολόκληρα χρόνια, από την αδιάκοπη μελωδία των σομιέδων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου