Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Μυρωδιές…


του Τραχανά


Τα είχε όλα μες στο κεφάλι του. Μπορούσε να το γράψει, ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να το κάνει, γιατί δεν μπορούσε να το πραγματοποιήσει. Ήταν βέβαιος για αυτό. Υπέφερε για καιρό, μέρες, βδομάδες, μήνες αλλά είχε βρει τη λύση στο πρόβλημά του. Ίσως λίγο σουρεαλιστική λύση αλλά θα τη μετέφερε στο χαρτί και θα την κέρδιζε και πάλι!
Στάθηκε πάνω από το τετράδιό του, τον παλιό του φίλο που ήξερε όλα του τα αμαρτήματα, τις ανησυχίες και τους πόθους και ξεκίνησε να γράφει. Σκάλισε με το μολύβι αρχικά τα περιθώρια χαράσσοντας μερικές ασύμμετρες τεθλασμένες γραμμές κι έγραψε στη συνέχεια την αρχή αρχίζοντας με ένα τετριμμένο «ήταν» και ακολούθησε το «...στο έδρανο του πανεπιστημίου…» και σταμάτησε για να αναλογιστεί τη συνέχεια. Αναλογίζονταν το βάθος του έργου του αναπόφευκτα συνέκρινε τον εαυτό του με τον Στήβεν Κινγκ, τον Πάουλο Κοέλιο, τον Μάικλ Μούρκοκ, τον Γκάι Γκάβριελ Κέι και πολλούς άλλους και ως κι εκείνον τον ίδιο τον Όσκαρ Γουάιλντ. Τι ύβρις… Μειδίασε στη σκέψη του τελευταίου. Θα μπορούσε κάλλιστα η ιδέα του να ήταν δική του, εφόσον βεβαίως είχε στη διάθεσή του εκείνος τα δεδομένα που είχε αυτός.
Μυρωδιές…
Δεν τα πήγαινε καλά στη ζωή του. Είχε ανακαλύψει πολλά τελευταία τα οποία δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστα αν και αντικειμενικά, όπως θα σκέφτονταν ένας άνω των τριάντα ετών, ήταν μια χαρά. Αυτός όμως ο ίδιος στα είκοσι δύο του χρόνια δεν ένιωθε το ίδιο. Η ίδια του η ύπαρξη καταστρέφονταν και ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε απλά κάθονταν κι έγραφε ανούσια κι ατάλαντα ποιηματάκια για να εκτονώσει την ένταση που του κατέτρωγε τα σωθικά. Του άρεζαν οι βαρύγδουπες εκφράσεις και τις χρησιμοποιούσε όποτε μπορούσε, παρά τα ειρωνικά βλέμματα των τριγύρω. Τι ήξεραν αυτοί άλλωστε;
Μυρωδιές…
Έβαλε ένα δίσκο του Νικ Κέιβ να παίζει και συνέχισε το έργο του. Θα έγραφε ό,τι του έκανε κέφι. Κανείς δε θα μπορούσε να τον κατακρίνει για αυτό. Ποιος θα το διάβαζε άλλωστε; Όταν θα ήθελε να δείξει κάποια στιγμή την ευαισθησία του, τον ντελικάτο κι εκλεπτυσμένο χαρακτήρα του μπορεί και να έδειχνε το γραπτό σε κάποιον που ίσως και να τον εκτιμούσε λίγο παραπάνω εξαιτίας αυτού. Μπορεί και να ήταν όντως καλό και να γίνονταν τελικά και μπεστ σέλερ!
Συμμάζεψε τις σκέψεις του που στο βάθος βρίσκονταν πάντα εκείνη. Η μορφή που τον στοίχειωνε και μάγευε τη μέρα του και τη νύχτα του τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μια μορφή μοναδική μέσα στο φως και την τελειότητα, παρά το γεγονός ότι είχε βάλει δύο τρία κιλά παραπάνω. Παρέμενε τέλεια εκεί πέρα σε όλα τα επίπεδα του συνειδητού, υποσυνείδητου κι ασυνείδητου και ό,τι άλλου ευφάνταστου όρου είχε ακούσει από την ψυχολογία. Ήταν απλώς αυτή. Το βλέμμα της, το χαμόγελο της, οι κινήσεις της κι η γοητεία που ασκούσε πάνω του. Πάνω στον ίδιο και τα αρχέγονα ένστικτά του. Εκεί ήταν που θα επιτίθονταν κι αυτός. Ένιωθε το φως να τρεμοπαίζει γύρω της, τη μορφή της να απομακρύνεται, το σκοτάδι να πλησιάζει. Παρά το ρομαντισμό του κάτι δεν πήγαινε σωστά.
Μυρωδιές…
Ένας άνθρωπος αηδίασε όταν του ανοίξανε ένα δοχείο με βουτυρικό οξύ κι αποκρίθηκε «μπλιαχ εμετός!». Ένας άλλος ξερογλείφτηκε και είπε «μμμ παρμεζάνα!». Ένας τρίτος έκλαψε όταν του έδωσαν να μυρίσει ένα άρωμα της 
δεκαετίας του ’60 που δεν ξανακυκλοφόρησε από τότε. Το φορούσε η νταντά του, που την θυμόταν με πολλή θέρμη και στοργή. Όταν την είδε τελευταία φορά ήταν τριών ετών.
Αυτή η τόσο παρεξηγημένη αίσθηση, τόσο απωθημένη στο συνειδητό του ανθρώπου και τόσο προωθημένη σε όλα τα άλλα επίπεδα, η όσφρηση κάνει πραγματικά θαύματα. Ο εντοπισμός μιας μυρωδιάς ακολουθείται από δύο στάδια: την αναγνώρισή της και στη συνέχεια τη σύνδεσή της με κάποια ανάμνηση. Εκεί πάνω θα στηρίζονταν κι αυτός! Θα την έκανε δική του για πάντα! Θα φρόντιζε ό,τι μύριζε να το συνέδεε με εκείνον. Θα συνέδεε όλες τις μυρωδιές που υπήρχαν με το πρόσωπό του και έτσι θα τον θυμόταν πάντα, ακόμα κι αν έφευγε μακριά του. Δεν μπορεί, έστω κι έτσι θα γυρνούσε κοντά του.
Μυρωδιές…
Αναλογιζόμενος το αδύνατο της ιδέας του ζωγράφισε ένα ανθρωπάκι στο τετράδιό του με ένα κύκλο για κεφάλι και γραμμές για σώμα, χέρια και πόδια. Το έκανε να χαμογελάει. ποτέ δεν του άρεσαν οι μουρτζούφληδες άνθρωποι, ούτε καν αυτή τη στιγμή που την έβλεπε σαν την πιο μαύρη της ζωής του. Ήξερε ότι θα επιβίωνε και θα πήγαινε παρακάτω νικητής. Θα άντεχε ό,τι έρχονταν, σαν τους διάφορες ήρωες των βιβλίων του κι η μοίρα θα του το ανταπέδιδε στεφανώνοντάς τον με δάφνινα στεφάνια κι αποδίδοντάς του τις πρέπουσες τιμές.
Συνέχισε το γράψιμο για κάποιον φανταστικό φοιτητή που τυχαία άκουσε μια διάλεξη για όλα αυτά που ο ίδιος είχε δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ. Ο εν λόγω φοιτητής ενσάρκωνε ό,τι δεν είχε καταφέρει αυτός. Συνδύαζε τις γνώσεις χημείας που είχε αποκτήσει μόνο παρακολουθώντας τη σχολή του και με βάση όλα όσα είχε ακούσει σε εκείνη τη διάλεξη θα πετύχαινε το σκοπό του. Παρεμπιπτόντως, είχαν τα ίδια προβλήματα.
Μετά από δέκα σελίδες με μουτζούρες, ασυνέχειες και μελοδραματικά κρεσέντα κατόρθωσε κι έφτασε τον ήρωά του στο ποθητό αποτέλεσμα. Είχαν περάσει και πέντε ώρες άλλωστε γράφοντας, πώς θα μπορούσε να μην τα είχε καταφέρει; Το χάπι εντ αποτελούνταν από την κοπέλα να μην μπορεί να κάνει βήμα χωρίς να σκεφτεί τον πρωταγωνιστή και να πέφτει στην αγκαλιά του για πάντα, ως η επιτομή της ελεύθερης βούλησης.
Κοίταξε το κείμενό του και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ήξερε ότι ήταν για τα σκουπίδια. Έκλεισε το τετράδιό του, το φίλο του για τις σκοτεινές σκέψεις τις μικρές ώρες της νύχτας κι όμως αυτή τη φορά είχε ξεκινήσει να γράφει νωρίς. μόλις είχε πάρει να νυχτώνει τώρα.
Μυρωδιές…
Πώς μπορείς να δέσεις κάποιον πάνω σου όταν η λογική και το ίδιο το συναίσθημα αποτυγχάνουν να το κάνουν; Όταν ο αντίπαλος έχει κλειδώσει την άμυνά του; Χρειάζεσαι απλά ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Δεν κερδίζεις τίμια, αλλά τουλάχιστον του δίνεις του άλλου κάτι για να σε θυμάται. Μετά μπορεί να πανηγυρίζει ημιλιπόθυμος, εφόσον θα έχεις αποκλειστεί.
Αναλογίστηκε τα όσα είχε κάνει τόσο καιρό. Είδε το μέλλον και δεν του φάνηκε ιδιαίτερα ευοίωνο. Είδε τις Θερμοπύλες να κλείνουν γύρω του. Του άρεσε αυτό με τις «Θερμοπύλες». Άνοιξε ξανά το τετράδιό του και το έγραψε. Το ξανάκλεισε κι αναστέναξε χωρίς ανακούφιση. Το κοίταξε συλλογιζόμενος με βλέμμα απλανές, προσπαθώντας να δει από μέσα του χωρίς επιτυχία.
Τις σκέψεις του τις διέκοψε απότομα ο ήχος του κινητού του που χτυπούσε. Κοίταξε την οθόνη του κι αναθάρρησε κάπως.
-Έλα!
-Γεια σου, του απάντησε μια ψυχρή φωνή.
-Τι κάνεις; Αποκρίθηκε με προσποιητό τσαχπίνικο τρόπο. 
-Πρέπει να μιλήσουμε, άκουσε τη φωνή παγωμένη πλέον.
Έκλεισε το τηλέφωνο, αφού συνεννοήθηκε. Η μουσική είχε σταματήσει και η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε βαρύνει απότομα.
Μυρωδιές…
Το μόνο που μύριζε ήταν το σκουπιδιάρικο που μόλις είχε έρθει από κάτω από το παράθυρό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου