Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Το μακελειό της Αγίας Ελένης.


 του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα


Η μεγαλύτερη σφαγή πού 'μουνα μάρτυρας ήταν αυτή...
Της Αγίας Ελένης Τροιζηνίας, χρονιά 2000.
Δεκαπέντε θα πουλάγαμε κι άμα βοθούσα στο σφάξιμο, μερίδιο μου δίναν καλό.
Πέντε χιλιάρικα μού 'πανε. Στο τέλος μου δώσανε δέκα.
Ανεβήκαμε τη ράχη. Είχε ομίχλη κι ´συχία και το χώμα ήταν υγρό μαύρο.
Λίγο μετα ήρθε ο σφαγέας με ένα αμάξι σαράβαλο πολλά λεφτά είχε μού 'πανε.
Ούτε που απόρησα ούτε που μέ 'νοιαξε.
Και σταθήκαμε μετα ένα παιδί και δυο άντρες για λίγο στο στάχι.
Έδενε ο πρώτος με σύρμα τα πόδια απ´ τ' αρνιά και τα πέταγε παρακάτου σ' εμένα.
Και ´γω στο αμάξι.
Απο κεί τα έπαιρνε ο φονιάς και το λαρύγγι τους έκοβε στεγνά, με ακρίβεια.
Μύριζε ο αέρας αίμα και σάρκα μωρού και άντερο, κι ράχη αιώνες εκεί, ρούφαγε αίμα.
Βελάζαν οι μάνες τους, φωνάζανε τα παιδιά τους.
Μ´αυτά δέ γυρισαν.
Μού 'δωσαν μετά τα τομάρια τους και γώ τα πούλησα 150 το ένα.
Τράβηξε ο μπακάλης μια γραμμή πάνω σε να χαρτόνι απο κούτα τσιγάρων.
Ένα, Δύο,Τρία. Πέντε και πέντε δέκα και 150 το ένα δεν είπαμε;
Δώδεκα χρόνια περάσανε απο τη σφαγή στην Αγία Ελένη Τροιζηνιας.
Και ο ένας άντρας κείτεται σ' ένα κρεβάτι με μια μάσκα οξυγόνου.
(Πρώτη με πέντε Μάρτη όσο ήμουν εκεί και τον είδα).
Χωρίς όρεξη για φαί και νερό.
Αρνείται (!) να πεί λέξη.
Καί να καρούμπαλο μαύρο ανεξήγητο εχει βγάλει δεξιά στην κούτρα του απάνω.
Φεύγω του είπα και έσπασε κείνος σε λιγμούς, με πήρε και μένα η λύπη.
Πάντα έτσι, πότέ δε μιλήσαμε με φωνή γω κι αυτός .
Πάντα μια λέξη και μετά ένας λιγμός στα μάτια του.
Να με τραβά σα μαγνήτης.
Του φονιά αγνοήτε η τύχη του, μόνο οι φήμες είπανε οτι τα λεφτά του τ' αυγατίσε.
Και ό,τι πήρε νέο αμάξι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου