Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Κώλος


έργο της Λογοτεχνικής Πιπίτσας

milo manara

Η σύμβαση μίλαγε για καθημερινό βηματισμό. Εκείνος θα συμμετείχε όσες φορές τύχαινε να βρισκόταν εκεί. Δεν τον καλούσαν εκτάκτως. Εκείνος πήγαινε εκτάκτως αλλά οι υπερωρίες δεν υπολογίζονταν. Βημάτιζε πίσω της αργά από την μία άκρη του μπαλκονιού ως την άλλη και γινόταν ξανά παιδί μαζί της. Αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί. Σταθερά και αργά, ενίοτε κοιτώντας από τον έκτο όροφο τους περαστικούς και τα σκυλιά τους. Δύο παιδιά, το ένα πιο μικρό απ’ τα’ άλλο που βαδίζουν μαζί μετρώντας. Δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοκτώ… Στα πενήντα καίγεσαι ή ανάβεις τσιγάρο.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Και θα ξαναπούν τις ημέρες της εβδομάδας, θα μετρήσουν τους μήνες κι από το ένα μέχρι το τριάντα. Η επανάληψη σώζει την μνήμη. Εκείνη πρέπει να την σώσει, το θέλει ή το θέλουν οι άλλοι. Εκείνος θέλει να δώσει στη μνήμη μια κλωτσιά, να διαγραφούν τα χιλιόμετρα και το κοντέρ ν’ αρχίσει να μετράει απ’ την αρχή. Στην πραγματικότητα δεν θέλει καθόλου κοντέρ. Δεν είναι ότι δεν ξέρει τι θέλει. Είναι ότι έπαψε να θέλει.

Τα βράδια λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος μπορεί σχεδόν να δει την μούχλα των τοίχων να ανεβαίνει αργά μέχρι το ταβάνι. Η δουλειά γίνεται την ημέρα, οι καρποί φαίνονται το βράδυ μαζί με το φεγγάρι. Αλλά οι γρίλιες του είναι πάντα κλειστές, διώχνουν ήλιους, φεγγάρια, μέρες και νύχτες. Ονειρεύεται την ώρα που το νερό θα περικυκλώσει μόνο την δική του πολυκατοικία και θα την ρουφήξει στη δίνη του. Κι εκείνος θα στροβιλίζεται μέχρι να μπει στη γη. Εκεί πάλι δεν θα ξέρει αν έχει ήλιο ή φεγγάρι, μέρα ή νύχτα. Και δεν θα τον ενδιαφέρει. Πάλι.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Το μυαλό πρέπει να απασχολείται. Σ’ εκείνη συμβαίνει όταν είναι παρών εκείνος. Της πηγαίνει περιοδικά με χρώματα, έπιπλα, σχήματα και γλυκάκια. Το δικό του μυαλό έχει απασφαλιστεί. Φτύνει συνέχεια. Βαρέθηκε να ανέχεται την μαλακία γύρω του και να την κοιτάει σα να βλέπει αγώνα μποξ. Τα χασίσια έχουν σπανίσει κι η χειροβομβίδα μέσα στο μυαλό του ετοιμάζεται να (ξαμο)λυθεί λίγο πριν ξημερώσει, και να αστοχήσει.

Υπάρχει μια μηχανή που περιστρέφεται αόρατα γύρω του και πολλές από τις λεπτές γραμμές της τον κουνάνε μαριονετίστικα. Έχει μια αίσθηση ελευθερίας και κίνησης αλλά είναι ένα ψέμα σαν αυτά που σου λένε μικρός για να κοιμηθείς. Οι γραμμές της μηχανής αυτής τον απλώνουν σαν χταπόδι, τον τραβούν για να δοκιμάσουν την ελαστικότητά του. Ο χειριστής πρέπει να υπερεκτίμησε τις μπαλετικές του ικανότητες γιατί τώρα τελευταία είναι σε ένα ατελείωτο διάπλατο σπαγγάτο.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Πότε θα έρθει εκείνο το νερό; Κι εκείνη χαμογελάει απόλυτα όταν το βλέπει. Η φθορά της τον γδέρνει όπως η κάθε μέρα στην δουλειά. Το δέρμα αποκολλάται λίγο λίγο και τα όρνια προσεχώς θα περιμένουν στην ουρά για να χορέψουν τον χορό του ξεσκίσματος με κομμάτια από τη σάρκα του. Στο γραφείο μυρίζει σαπίλα και του βουλώνει τα ρουθούνια. Η ομάδα κατεβαίνει πάντα με τον ίδιο απεχθή συνδυασμό εξασφαλίζοντας την ήττα. Πόσα παιχνίδια να παίξει που είναι αλλονών; Πώς γίνεται να κάνει έξωση στα παράσιτα στο κεφάλι του;

Ο ντιτζέι που συνέθεσε το μουσικό θέμα της ζωής του αποκοιμήθηκε κι ο σκηνοθέτης απεργεί. Και το νερό δεν έρχεται. Το δόσιμο κώλου αποδεικνύεται με πληθώρα συμβάσεων και εγγράφων τοποθέτησης και δεν ξεπλύνεται με όλους τους μπιντέδες του κόσμου. Κι εκείνη δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπάει μέχρι το σημείο πνιγμού, χωρίς να αντιληφθεί ποτέ την δικιά του θύελλα που ήδη τον έπνιγε. Εκείνος αλλού, οπουδήποτε αλλού από εκεί που βρισκόταν, κυνηγούσε Δον Κιχώτηδες βασανιστές προσπαθώντας να τους χώσει πίσω στα κάστρα τους.

Όταν όμως η μουσική θριαμβεύσει και σκοτώσει τις παρεμβολές, θα τυλιχτεί σε σεντόνι καπνού και θα περιμένει το νερό που ξέρει ότι θα έρθει. Εκείνη μπορεί να την ξανασυναντήσει, κι ας μην τον θυμάται, κι ας του χάρισε την αρχή. Κι όλα τα ενδιάμεσα θα ξορκιστούν, θα πάψουν να σημαίνουν και όλες οι συμβάσεις θα έχουν λήξει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου