Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

μεσημεριανό φαγητό

ιστορία του Καρόλου του μαύρου Sκώληκα

Παρασκευή. Ώρα μία και σαράντα εφτά, μόλις τελείωσα τη δουλειά και άλλη μία εργατο-εβδομάδα έχει περάσει. Είμαι στό δρόμο για το σπίτι και οδηγώ σε ρυθμό βαρετό χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία, σε μέρη που έχω βαρεθεί να τα βλέπω. Μοιάζουν όλα τόσο οικεία.
Η ώρα δύο και τρία πρώτα λεπτά , κλειδώνω το αυτοκίνητο μου και ανεβαίνω αργά της σκάλες της πολυκατοικίας που ζώ. Πεινάω του θανατά, άντε να δούμε τι έχει για φαί σήμερα.
 Η πόρτα του διαμερίσματος είναι όπως συνήθως ανοιχτή και δεμένη με ένα σπάγκο από το πόμολο, στο σώμα του καλοριφερ. Πρώτη με υποδέχεται η σκύλα μου με τη γλώσσα της ρόζ και χαριτώμενη. Μου κουνά την ουρά  της  χαρούμενη για τον ερχομό μου. Αφού μου δαγκώνει δύο τρείς φορές το πατζάκι, αποφασίζω κι εγώ να της δώσω  λίγη σημασία. Τη χαιδεύω μια δυο φορές  στο κεφάλι και την αφήνω με ένα ελαφρύ χτύπημα στη ράχη. Εκείνη σαστισμένη με ακολουθεί παραπόδας.
-Ήρθες? με ρωτάει το θυληκό Α.
-Τι έγινε? απαντάω και μπαίνω στο υπνοδωμάτιο. Εκεί με περιμένει το θυληκό Β ξαπλωμένο και έχοντας δίπλα του τον υπολογιστή. Πώς είσαι? με ρωτάει.
-Πεθαίνω της πείνας εσύ?
-Ναι πεινάω και γώ λίγο...μου απαντά με χαμόγελο.
-Θά ναι έτοιμο σε λίγο της λέω και ξεκινάω να αλλάζω. Ίσως νά 'κανα ένα ντουσάκι πρώτα? σκέφτομαι. Μα,μα οχι, πεινάω πολύ για τέτοιες πολυτέλειες τώρα.
Τήν ίδια στιγμή, το αρσενικό Α έχει μπεί στο σπίτι καί έχει δώσει οδηγίες στο πώς να στρωθεί το τραπέζι το συντομότερο δυνατό. Έχει φροντίσει για την κατανομή του φαγητού σε ίσες, γενναίες μερίδες επίσης.
Μπαίνοντας στην κουζίνα, από τα πρώτα μόλις δευτερόλεπτα κάτι μου γαργαλάει τη μύτη. Κάθομαι. Όλοι οι θόρυβοι και διάλογοι έχουν χάσει την ένταση τους και γώ συγκεντρώνομαι στη μυρωδιά.
Νιώθω μετά το γαργαλητό, κάτι σχεδόν να καίει τη μύτη μου και όπως ανεβαίνει γίνεται όλο και πιό έντονο, τόσο έντονο που σχεδόν μου τρέχουν τα σάλια. Είναι αλήθεια. Κρέας, έχουμε κρέας. Τί τέλειο μεσημεριανό για το τέλος της εργατο-βδομάδας.
Ένα μεγάλο κομμάτι καλοψημένο χοιρινό με πατάτες είναι εμπρός μου. Το αρσενικό Α και το θυληκό Α είναι αριστερά και εμπρός μου αντίστοιχα , το Β στα δεξιά μου.
Με το αριστερό μου χέρι κρατάω το πιρούνι και με το δεξί το μαχαίρι, αργά αλλά αποφασιστικά και ενώ όλοι οι άλλοι έχουν χαθεί απο την εικόνα, καρφώνω το πιρούνι στο καλοψημένο κρέας και με το μαχαίρι κόβω ένα κομμάτι όχι πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, ακριβώς ό'τι πρέπει. Ένας μικρός θρίαμβος. Μά τί γεύση!!! Θα πρέπει νά ναι δεμένο με μάγια και ξόρκια για να είναι τόσο καλό, και άλλη μιά μπουκιά.
Ελέγχω το χώρο μου βιαστικός, όλα στη θέση τους. Ο Α αριστερά η Α εμπρός μου και η Β δεξιά. Το σκυλί ζητιανεύει.
Κι άλλη μιά μπουκιά. Πρώτα η κλασική γεύση του χοιρινού, λίγο λιπαρή και βρώμικη, αργότερα το πιπέρι να με χτυπά στο βάθος του ουρανίσκου, τι συγχορδία!
Σύντομα οι αισθήσεις μου με έχουν λίγο αφήσει και νιώθω της παρουσίες των άλλων σαν αύρες, έχω από πολλού ξεχάσει που βρίσκομαι. Όπως και νά χει συνεχίζω το φαί με μανία, μόνο αυτό έχει τώρα πια σημασία. Τί ομόρφα-σκέφτομαι- εργατο-εβδομάδα τέλος, φαγητό και ύπνο μεσημεριανό έχει σήμερα και απογειώνομαι απο την χαρά μου!
Προσγειώνομαι όμως απότομα απο την κοσμάρα που με φιλοξενεί τόσα χρόνια γιατί εμπρός μου εδώ και λίγο υπάρχει μιά ένταση,  νομίζω ακούω ομιλία . Σε λίγο μόνο είμαι σίγουρος, είναι η Α..
-Πότε θα παντρευτείς? δεν απαντώ και την κοιτάζω στα μάτια, το μεσημεριανό φαγητό για μένα έχει τελείωσει νωρίς..
-Σε ρωτάω πότε θα παντρευτείς?
-Δεν θα παντρευτώ, έχουμε κανονίσει τίς δουλειές μας, και έχουμε ξεκαθαρίσει και σ' εσένα, ότι δεν θα παντρευτώ.
-Είσαι χαζός! Γελοίος!
-Ήρεμα λέει ο Α..
-Μά να μήν καταλαβαίνεις γιατί ? γιατί? τί σου έχω κάνει? συνεχίζει η Α κατακόκκινη πλέον, και μέσα στην ένταση φωνάζει και χτυπάει το φαγητό και με τα δυό της χέρια.
-Νόθο, νόθο φωνάζει και απο το στόμα της φεύγουν μικρά κομάτια φαγητού, μιά μπουκιά είναι κολλημένη βαθιά μές το στόμα της καθώς με κοιτάει με τα γουρλωμένα της μάτια. Θα είναι νόθο φωνάζει και πάλι, νόθο χωρίς πατέρα. Πρέπει να δηλωθεί και για να δηλωθεί πρέπει να γίνει γάμος έστω και πολιτικός, και ψευτομασάει την μπουκιά της.
-Μέ έχει δηλώσει η μάνα του και όλα θα πάνε καλά, τί θες τώρα άντε φάε!! λέω και ελπίζω να σταματήσει
-Καταλαβαίνεις παιδί μου? μου λέει στον ίδιο σχεδόν τόνο, πρέ-πει να παντρευτείς!!


Παρασκευή, η ώρα δύο και σαράνταπεντε. Όλα είναι βουβά τόσο που μόνο ο Τσάπλιν θα καταλάβαινε. Άλλη μιά εργατο-εβδομάδα πέρασε και είμαι έξτρα χαρούμενος γι αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου