Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

«ΚΑΡΟΥΜΠΑΛΟ»

 της Σωσώς Ζερό


Στις 7 το πρωί ο Παύλος ήταν ακόμη εκεί. Ξαπλωμένος στο λόφο, πάνω στην πάχνη.
Με τα χέρια μουδιασμένα, το στομάχι παγωμένο, το στόμα πικρό.
Κουλουριασμένος σα σκυλί. 

Το κεφάλι του δεν μπορούσε να του χρησιμεύσει σε πολλά.
Ήταν σφιγμένο σε μια οδυνηρή μέγγενη από δέσμες βεγγαλικών που έσκαγαν παντού, από τις κόγχες των ματιών ως τη βάση του κρανίου του. 

-«Θαυμάσια κρανιοστένωση», τραύλισε σε μια από τις παραληρηματικές γνωματεύσεις του, που ήταν ενδεικτικές ότι περνούσε σε κατάσταση νηφαλιότητας. 

«. . . Το κροταφικό οστό επεκτείνεται ως το βρεγματικό οστό. Αυτό δημιουργεί σβόλους στο θάλαμο, προκαλώντας έτσι μια διαταραχή των αισθήσεων και μια πρόσκαιρη αποσταθεροποίηση των πρωταρχικών λειτουργιών του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού συστήματος. 
Αυτό το ονομάζουμε ’’σύνδρομο του ανεστραμμένου σκαντζόχοιρου’’ ακριβώς εξαιτίας των αγκαθιών που μπαίνουν μέσα και προκαλούν εξαιρετικό πόνο...» 

Πόσος ΠΟΝΟΣ για ένα μόνο κεφάλι; 

Συγκλονισμένος από μια τιτάνια ναυτία, κατάφερε (καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανασηκωθεί) να καθίσει.
Ενώ ξεσκόνιζε μάταια τα μανίκια του με απαλές και αβέβαιες κινήσεις ανθρώπου κουρασμένου που πάσχει από Πάρκινσον, αισθάνθηκε μέσα του τα πρώτα σημάδια της απελπισίας των σωθικών του.
Να κατουρήσει, να χέσει, να ξεράσει, να πεθάνει. 

Να σβήσει χωρίς να δει τι θα γίνει σε λίγο. Για ποιο λόγο άλλωστε; 

Στήριξε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του...
Τι γύρευε εκεί πρωινιάτικα καθισμένος κατάχαμα δίπλα στο αμάξι του; Φυσικά ήταν ανοιχτό, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
Οι σκέψεις του προσπαθούν να μπούνε σε μια τάξη τόση ώρα χωρίς κανένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα. 

Για μια ακόμα φορά στο παραλήρημα του είχε δει πλάσματα φαντασμαγορικά, ολέθρια,, που τον τραβούσαν από τα πόδια και τα μαλλιά ώσπου να τον σαβουρδίσουν σε καυτά ηλεκτροφόρα σύρματα απανωτές φορές..
απ’ έξω έδειχνε απλώς πως ροχαλίζει δυνατά. 

Καθώς γέμιζε το στομάχι του με χυδαία ποτά, τα όνειρα του ήταν στερημένα από οποιαδήποτε καλοσύνη και το ένα χειρότερο απ’ το άλλο.
Ούτε λιβάδια έβλεπε, ούτε γαλάζιες θάλασσες, ούτε ποτάμια και λουλούδια ούτε πουλιά.
Έβλεπε μόνο σκατά και αυτούς τους άθλιους εφιάλτες με τα σύρματα, με αποτέλεσμα να νιώθει όλο και περισσότερες τύψεις για το χάλι του. 

Κάθισε στο τιμόνι αλλά το αμάξι δεν κατάφερε να πάρει μπρος όσο και να προσπάθησε. Δεν ήθελε να πιστέψει σε τίποτα, ήθελε μόνο να βάλει μπρος το αμάξι, έλεος. 

Ούρλιαξε, αναστέναξε, έβρισε, χτύπησε δυνατά την πόρτα, κλότσησε, ξανακλώτσησε, κουτούλησε το τιμόνι, ορκίστηκε να κόψει ως τα γόνατα τα πόδια του μάστορα που του πήρε ένα σωρό λεφτά πριν ένα μήνα για το σέρβις,, τίποτα. 

Η ιδέα ότι πρέπει να ήταν «το σωληνάκι» τον βασάνιζε κατά τρόπο ηλίθιο όλο και περισσότερο. Το ‘χε ακούσει κι αυτό ανακατεμένο με τόσες άγνωστες λέξεις και δεν μπορούσε να φανταστεί ποιο ακριβώς μυστηριώδες όργανο βρίσκονταν πίσω από αυτή την κωδική για τους μυημένους, ονομασία.
«Γαμώ τα συνεργεία μου» ψέλλισε με σβησμένη φωνή άλλη μια στο θεό που γελούσε από πάνω του.. «Και τα σωληνάκια όλα μαζί». 

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά, ο ήλιος έλεγε να βγει μόνο για να χειροτερέψει κι άλλο την κακή του όραση, όμως τον έπιασε μια θεότρελη επιθυμία να βρεθεί το γρηγορότερο σπίτι του. Σκέφτηκε το περπάτημα αναγκαστικό και ξεκίνησε στωικός, τα πόδια του έτρεμαν, τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; 

Πήρε ένα στενό δρομάκι με δέντρα που δεν ήξερε, όλο φύλλα που ανατρίχιαζαν στο χλιαρό αεράκι ενώ η καθαρότητα του πρωινού έκανε ακόμη πιο απωθητική την εσωτερική του κατάπτωση και τάχυνε το βήμα του μπας και μπορέσει ο καθαρός αέρας να ξελαμπικάρει τις θλιβερές του σκέψεις. 

Αποφάσισε να κόψει από την πάνω πόλη για να φτάσει πιο γρήγορα. Τα αυτιά του έκαιγαν και από τα διεγερμένα του τύμπανα έπιανε τον εσωτερικό του ήχο να συντονίζεται με τον πόνο των ματιών. 

Μια στιγμή, μια μακριά διαπεραστική βοή συρρίκνωσε τα οστά του κρανίου και τον πέθανε στο τράνταγμα του βήματος,, τα λυμένα κορδόνια πατήθηκαν με πέτρες που υποχώρησαν και τα χέρια ούτε που καταδέχτηκαν να προστατέψουν το ταλαίπωρο κορμί. Έσκασε με το μέτωπο, 

Έπεσε φαρδύς-κομμάτια-πλατύς και πρόθυμος όσο ποτέ να δοκιμάσει με το ίδιο του το στόμα το ξερό χορτάρι που φύτρωνε στο λόφο και το χώμα που εύχονταν με ΟΛΗ του τη δύναμη να τον δεχτεί μια ώρα αρχίτερα,
το συντομότερο,
τώρα. 

Δεν είχε ούτε μισή βρισιά πρόχειρη, σάστισε μια στιγμή. 

Και ξαφνικά, ένας ποταμός από τραυλές συλλαβές αρχέγονης ΒΛΑΣΤΗΜΙΑΣ πλημμύρισε το πολύπαθο κεφάλι του,
μια κραυγή δωρική απ’ τα βάθη της πονεμένης του πλάτης, ένας ουρανομήκης θρήνος βγήκε μακρόσυρτος και συντάραξε το ήρεμο πρωί της γαμώπολης με τους φιλήσυχους μαλάκες,
ένας χείμαρρος καντήλια αναμμένα «κατέβηκαν» στο θεό που τον έπαιζε χρόνια τώρα,, 

Επιτέλους, έκλαιγε...........

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου